• Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας & Κομοτηνής

    • Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας & Κομοτηνής

    • Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

    • Ιερός Μητροπολιτικός Ναός της Θεοτόκου

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΜΕ ΘΕΜΑ: ‘ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ’

 
 
 

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE

Τό Σάββατο τό ἀπόγευμα, 8η Φεβρουαρίου 2014, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας καί Κομοτηνῆς κ. Παντελεήμων προσκληθείς ὑπό τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ΑΧΕΠΑ Κομοτηνῆς ἀνέπτυξε ὁμιλίαν μέ θέμα: ‘’Χριστιανισμός καί Ἑλληνισμός’’, μετά τό πέρας τῆς ὁποῖας εὐλόγησε τήν ἉγιοΒασιλόπιττα καί εὐχήθηκε καταλλήλως πρός πάντες.

Ἀκολουθεῖ τό κείμενο τῆς ὁμιλίας:

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ  ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ  ΣΤΗ  ΖΩΗ          ΤΟΥ  ΓΕΝΟΥΣ

     Το ζήτημα των σχέσεων του Ελληνισμού με το Χριστιανισμό είναι μεγάλο και πολυσύνθετο, πολλά δε έχουν γραφεί για τις σχέσεις τους, δεδομένου ότι έχει απασχολήσει μεγάλο μέρος της διεθνούς θεολογικής, ιστορικής, φιλοσοφικής και θρησκειολογικής βιβλιογραφίας. Το σίγουρο είναι πως όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε έξω από την Ιουδαία συνάντησε έναν από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς, τον ελληνικό. Αυτός αρχικά συγκρούσθηκε με το Χριστιανισμό, βαθμιαία όμως, συνδέθηκε τόσο πολύ μ’ αυτόν, ώστε είναι δύσκολο να φαντασθούμε τη χριστιανική διδασκαλία χωρίς τον ελληνικό πολιτισμό.

       Οι απαρχές του ζητήματος που μας απασχολεί ανάγονται στα πρώτα χρόνια της μετά τον Ιησού Χριστό εποχής της ανθρώπινης ιστορίας : Ο 2ος αι. ήταν κρίσιμος για τις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Είχε γίνει πια σαφές ότι η ιστορική πορεία του Χριστιανισμού ήταν δεμένη οριστικά με τον Ελληνισμό. Ο δεσμός όμως αυτός δεν ήταν χωρίς κινδύνους για τον Χριστιανισμό. Ὁ πιο μεγάλος κίνδυνος ήταν να εξελληνισθεί τόσο πολύ ο Χριστιανισμός, ώστε να αποτελέσει ουσιαστικά ένα παρακλάδι του Ελληνισμού. Στις αιρέσεις ο κίνδυνος αυτός δεν αποφεύχθηκε. Κοσμοθεωρητικά στοιχεία του Ελληνισμού αντικατέστησαν βασικές θέσεις του Χριστιανισμού με αποτέλεσμα να αλλάξει ριζικά ο χαρακτήρας του τελευταίου. Στην περίπτωση των απολογητών Πατέρων η αντικατάσταση αυτή ήταν μόνο μερική. Χάρη στην εκλεκτικότητα των χριστιανών αυτών στοχαστών, πολλές από τις βασικές κοσμοθεωρητικές θέσεις του Ελληνισμού δεν βρήκαν θέση ύπαρξης τους στο Χριστιανισμό.

    Παραλλήλως, από τον 3ο αιώνα π. Χ. έως τον 4ο αιώνα μ. Χ. και λίγο αργότερα η έννοια του Ελληνισμού δεν αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη φυλή, αλλά στην παιδεία και τον πολιτισμό που χαρακτήριζε τη ζωή σχεδόν όλων των λαών της Μεσογείου. Στα μεγάλα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα ελληνικές θεωρούνταν οι απόψεις που είχαν σχηματισθεί με τη συμβολή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτικής παράδοσης. Τέτοια θέματα ήταν η σχέση του Θεού με τον κόσμο, το πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης, η κατανόηση της ιστορίας και ο τρόπος οργάνωσης της πρότυπης και ιδεατής ανθρώπινης κοινωνίας.

     Στα τέσσερα βασικά αυτά θέματα, η χριστιανική σκέψη, βιοθεωρία και κοσμοθεωρία έδωσε τις δικές της απαντήσεις. Για τον χριστιανισμό ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού, εντελώς όμως διαφορετικό από Αυτόν, καθώς ο Θεός επεμβαίνει στον κόσμο για να τον αναμορφώσει και να τον σώσει δια του Θεανδρικού προσώπου του Ιησού Χριστού. Για τον χριστιανισμό επίσης ο άνθρωπος είναι ενιαίος, μια ψυχοσωματική ενότητα και ο άνθρωπος πορεύεται προς την Βασιλεία του Θεού, γι’ αυτό και οφείλει να δίνει στην κοινωνία του μια ουσιαστική ηθική και σωτηριώδη υπόσταση, να την καθαγιάζει δηλαδή μέσα από την Εκκλησία.

       Ο χριστιανισμός έκανε πλήρη χρήση του ελληνικού πο­λιτισμού στα μέσα της εκφράσεως του. Πήρε από τον Ελ­ληνισμό τη γλώσσα και τις μορφές εκφράσεως, όπως όλοι οι κάτοικοι της ελληνορωμαϊκής οικουμένης στα χρόνια αυτά, χωρίς όμως να επιδοθεί αρχικά στην καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων. Εκείνο όμως πού έχει καίρια σημασία στη σχέ­ση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα χρόνια αυτά είναι η συ­νάντηση δύο κοσμοθεωριών και η γέννηση από τη συνάντηση αυτή ενός νέου κόσμου. Από το πρίσμα αυτό προπαντός εί­δαμε την ιστορική εξέλιξη του Χριστιανισμού στον χώρο του Ελληνισμού, γιατί αυτό κυρίως έκρινε και κρίνει και σήμερα ακόμη την ιστορική πορεία του Ελληνισμού.

       Στην πραγματικότητα, ο Ελληνισμός είχε συντριβεί πολιτικά πολύ πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού. Όταν ο Χριστός κήρυξε το Ευαγγέλιο δεν υπήρχε Έλληνας πού να μην είχε υπαχθεί στην εξουσία της Ρώμης. Τους τελευταίους αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού και τους πρώτους μετά την εμφάνισή Του, οι Έλληνες ασχολούντο με τον σχολιασμό και την κατάταξη των παλαιών έργων. Καινούργιες σημαντικές αναβάσεις και τομές σ’ όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής δεν συντελούνταν πλέον. Αυτό δεν έγινε εξαιτίας κάποιων εξωτερικών παραγόντων, αλλά από εσωτερικούς λόγους. Πάντως δεν είναι δυνατόν να συνδυάσουμε την παρακμή του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, όπως πρόσφατα ισχυρίζονται ορισμένοι παγανιστές, γιατί η ελληνική παρακμή και το πνευματικό αδιέξοδο της ελληνικής ψυχής εμφανίζεται και εξελίσσεται αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού, αγκαλιάζοντας όλες τις πλευρές του βίου και της ψυχής του Έλληνα.

       Ο Ελληνισμός με τα δικά του μέσα δεν μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο που βίωνε την εποχή της συνάντησής του με τον Χριστιανισμό. Ο Ελληνισμός, όταν δέχεται τον Χριστό, πραγματοποιεί δύο μεγάλα έργα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους. Το πρώτο έργο είναι η οικοδόμηση της Εκκλησίας του Χριστού. Αμέτρητοι μάρτυρες και άγιοι στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, Έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με τη δράση τους, την πίστη τους, το αίμα τους οικοδομούν την Εκκλησία του Χριστού. Το δεύτερο σχετίζεται με μια πνευματική επανάσταση που συντελείται στον ελληνικό κόσμο, σύμφωνα με την οποία «η φιλοσοφία μετατρέπεται σε φιλοκαλία».

     Πολλοί χριστιανοί στοχαστές στη συνάντηση αυτή των δύο κοσμοθεωριών έκλιναν ολοκληρωτικά ή μερικά προς την πλευρά της ελληνικής κοσμοθεωρίας. Άλλοι όμως μετέτρε­ψαν τον κίνδυνο σε δυνατότητα. Παρέμειναν Έλληνες επι­μένοντες να ρωτούν για το Είναι του κόσμου, του Χριστού και του Θεού· αλλά και βιβλικοί με το να ανάγουν το Είναι του κόσμου στην ελευθερία και να κρίνουν την ύπαρξη του κόσμου με το κριτήριο της Ιστορίας και των εσχάτων. Το «ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος» πού διεκήρυξε ο Παύλος δεν ήταν εύκολο να γίνει ιστορική πραγματικότητα. Σήμαινε μια βαθύτατη αλλαγή στην ιστορία, της οποίας δημιουργοί ήταν οι Έλληνες Πατέρες. Η δημιουργική συνάν­τηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα πρόσωπα των πρώ­των Πατέρων της Εκκλησίας έκρινε έτσι οριστικά και ευερ­γετικά την πορεία όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας.

Ο Χριστιανισμός προσέλαβε ως «ιστορική σάρκα» του τον Ελληνισμό τόσο επιτυχημένα, ώστε σήμερα να είναι πολύ δύσκολο να διαχωριστούν τα δύο αυτά μεγέθη. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να συγχέουμε τον Ελληνισμό που είναι ένα πολιτιστικό μέγεθος με εγκόσμια κατεύθυνση, με το έργο του Θεού μέσα από το Χριστό που σώζει τον κόσμο με μια σειρά από πράξεις με αιώνια προοπτική, σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας.

Η χριστιανική σκέψη κράτησε ανόθευτες τις παραπάνω απόψεις ως πυρήνα του βασικού της κηρύγματος. Ταυτόχρονα όμως, φρόντισε να χρησιμοποιήσει στοιχεία από τον Ελληνισμό και να επενδύσει αυτό το βασικό πυρήνα με μια γλώσσα που θα τον έκανε κατανοητό. Η πορεία αυτή χρήσης του Ελληνισμού άρχισε με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος στην ομιλία του προς τους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο δανείζεται στοιχεία της ελληνικής φιλοσοφίας, για να μιλήσει για το Χριστό. Συνεχίστηκε με τους συγγραφείς τον 2ου και 3ου αιώνα μ. Χ. που υπερασπίζονταν το Χριστιανισμό απέναντι στους μορφωμένους ειδωλολάτρες και λέγονταν Απολογητές και ολοκληρώθηκε με τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας με γνωστότερους, βέβαια, τους τρεις Ιεράρχες, 4ος αι. μ. Χ.

        Τι χρησιμοποίησε η Εκκλησία από τον Ελληνισμό; Κυρίως τη γλώσσα, με την οποία διατύπωσε την Αποκάλυψή της στα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τα έργα των μεγάλων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων. Επίσης χρησιμοποίησε την ελληνική φιλοσοφία, από την οποία δανείστηκε έννοιες και όρους, για να διατυπώσει τα δόγματά της. Παράδειγμα οι όροι φύσις, πρόσωπο, ουσία, ενέργεια και πολλές άλλες. Η φιλοσοφία και η επιστήμη έδωσαν επιχειρήματα για να υπερασπίσει η Εκκλησία το κήρυγμά της απέναντι στην ειδωλολατρική σκέψη (παράδειγμα οι Απολογητές), ενώ οι ηθικές αξίες του Ελληνισμού ήταν ένα στοιχείο επαφής με τις αρχές της χριστιανικής αγάπης και αρετής. Η ελληνιστική τέχνη ήταν ένα άλλο στοιχείο που χρησιμοποίησε η Εκκλησία, αφού εξέφρασε τη θεολογία της τόσο με τις εικαστικές τέχνες και την αρχιτεκτονική, όσο και με τη λογοτεχνία.

       Δημιουργήθηκε έτσι το χριστιανικότατο Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που στην τέχνη και στον πολιτισμό της, τόσο τον λόγιο όσο και το λαϊκό, έκανε πράξη την συνάντηση του Ελληνισμού με το Χριστιανισμό, δίνοντας σάρκα και οστά στις γενικές θεωρητικές αρχές που παραπάνω διαπιστώθηκαν. Καλλιεργήθηκε έτσι και μια συνείδηση που στήριξε την ύπαρξη του Γένους, της Ρωμηοσύνης μας, και πέρα από την πολιτική παρουσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ακόμη και στα χρόνια της σκλαβιάς σε αλλοεθνείς και αλλόθρησκους δυνάστες. Μια πολιτισμική ταυτότητα, με κύριο εκφραστή της τη γλώσσα, την τέχνη και το λαϊκό πολιτισμό μας, τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας, που ακόμη μας συνέχει και μας διατηρεί ως Γένος, στους κρίσιμους καιρούς της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε.

        Για το σύγχρονο Έλληνα που η ορθόδοξη πίστη του εκφράσθηκε με την παιδεία που βρίσκεται στη ρίζα της δικής του σύγχρονης νεοελληνικής παιδείας είναι ιδιαίτερα σημαντική η σύνθεση Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Η σύνθεση αυτή μπορεί να εμπνέει και να δίνει κατευθύνσεις στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ενώ στην ενωμένη Ευρώπη και τη διεθνή κοινότητα μπορεί να δίνει λύσεις στα ουσιαστικά προβλήματα του ανθρώπου. Αυτό το βιώνουν ιδιαιτέρως οι Έλληνες της διασποράς, εκεί όπου το Γένος συνεχίζει να υπάρχει και να λειτουργεί, ως τρόπος και οδός διατήρησης της θρησκευτικής, της πολιτισμικής και της εθνικής ταυτότητας. Και είναι στον απόδημο Ελληνισμό που κατά κύριο λόγο η αρχέγονη και πάντα ζωντανή σύνθεση και συνύπαρξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού νοηματοδοτεί την καθημερινή ζωή και αποβαίνει μέτρο ύπαρξης, ζωής και δημιουργίας, αλλά και τρόπος κατανόησης, βίωσης και έκφρασης ταυτότητας.

       Πράγματι τα σύγχρονα προβλήματα του πολιτισμού και τα υπαρξιακά του σύγχρονου ανθρώπου είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με τα προβλήματα που επέλυσε η συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Όλα αυτά είναι για τους ορθόδοξους Έλληνες τιμή αλλά και ευθύνη να μη μείνουν σε μια προγονόπληκτη παθητική αποδοχή του παρελθόντος, αλλά να συνεχίσουν να παράγουν νέες μορφές πολιτισμού γνωρίζοντας και βιώνοντας τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αντιμετωπίζοντας έτσι τις σύγχρονες προκλήσεις. Γιατί η σύνθεση του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό είναι ζωντανή και ενεργή και στις μέρες μας, και παράγει συνεχώς έργα πολιτισμού, δημιουργεί και πρωτοτυπεί, αρκεί να μην απωθείται από τάσεις ξενόφερτου μιμητισμού, σαν κι αυτές που διαπιστώνονται στις μέρες μας.

        Κλείνω με μια διαπίστωση : Για όλους εμάς, τα πράγματα αυτά είναι καθημερινά και αυτονόητα, καθώς χαρακτηρίζουν και προσδιορίζουν καίρια την ύπαρξή μας. Χριστιανισμός και Ελληνισμός αποτελούν τους δύο πυλώνες της σύνθεσης και του ουσιαστικού περιεχομένου του Γένους για μας, και αυτό αντανακλάται άμεσα τόσο στην σκέψη, όσο και στην καθημερινή ζωή μας, στην εκκλησιαστική λατρεία και πράξη, αλλά και στην παραδοσιακή μας καθημερινότητα, αυτήν που η επιστήμη της Λαογραφίας μελετά και αναδεικνύει.

       Κι έτσι, με τα δύο αυτά θεμέλια, πορεύεται το Γένος μας δια της ιστορίας στους έσχατους καιρούς, προς την Βασιλεία του Θεού, της οποίας την απόλαυση εύχομαι ολοκαρδίως και πατρικώς σε όλους σας.

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως