• Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας & Κομοτηνής

    • Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας & Κομοτηνής

    • Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

    • Ιερός Μητροπολιτικός Ναός της Θεοτόκου

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

 
 
 

Τήν Κυριακήν, 30ῆν Ὀκτωβρίου 2016, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας καί Κομοτηνῆς κ. Παντελεήμων ἱερούργησε στόν Ἱερό Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας Κομοτηνῆς.

Πρίν τήν ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας ἐτέλεσε διά δευτέραν συνεχῆ χρονιάν τό μνημόσυνον τῶν Ἐθνομαρτύρων Κληρικῶν πρός τιμήν τῶν ὁποίων ὄπισθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ ἐξονομασθέντος Ναοῦ ὑπάρχει μνημεῖον.

Περί τῶν ἱστορικῶν γεγονότων πού προηγήθηκαν καί τοῦ μαρτυρίου τῶν Κληρικῶν ὡμίλησε καταλλήλως ὁ Ἐλλογιμώτατος κ. Ἰωάννης Μπακιρτζῆς, Ἐπίκουρος Καθηγητής τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καί Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Μετά τήν διανομήν τοῦ ἀντιδώρου, ἅπαντες οἱ παριστάμενοι μετέβησαν στό ἐν λόγῳ μνημεῖον ὅπου ἀνεπέμθη τρισάγιον πρός ἀνάπαυσιν τῶν ἀδίκῳ θανάτῳ τελειωθέντων Κληρικῶν.

Μέ τήν εὐκαιρίαν αὐτήν ὁ Ποιμενάρχης μας ἐπεσήμανε διά μίαν εἰσέτι φοράν τήν συμβολήν τοῦ ἱεροῦ Κλήρου στή διάσωσιν τῶν παραδόσεων τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος μας μέχρι θανάτου καί ἐτόνισε ὅτι ἡ αὐτοθυσία  τῶν σφαγιασθέντων Κληρικῶν κατά τήν διάρκειαν τῆς Βουλγαρικῆς κατοχῆς μεταξύ τῶν ἐτῶν 1941 – 1944  πρέπει νά ἀποτελέσει γιά τούς νεοτέρους παράδειγμα πρός μίμησιν σέ ἐποχές ἀμφισβητήσεως ἀξιῶν καί ἰδεωδῶν.

Κατωτέρω παρατίθεται ἡ ὁμιλία τοῦ Ἐλλογιμωτάτου κ. Ἰωάννου Μπακιρτζῆ:

 

ΘΕΜΑ: Η ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΣΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ 1941-1945.

Η αφετηρία των βουλγαρικών βλέψεων στην δυτική Θράκη πρέπει να χρονολογηθεί απ’ την επαύριο του Κριμαϊκού πολέμου, το 1856, οπότε και ξεκίνησε η εθνική αφύ­πνιση των Βουλγάρων, που εξελίχθηκε μέσω της εκπαιδευτικής συγκρότησης και της εναντίωσης στην ελληνική οικονομική και πνευματική κυριαρχία. Η συγκρότηση της παιδείας συμπορεύθηκε με την δημιουργία βουλγαρικής αστικής τάξης κι η σύγκρουση με τους Έλληνες διοχετεύτηκε στην εκκλησιαστική διαφοροποίηση με την δημιουργία εξαρχικής Συνόδου.

Αργότερα, το 1870, με βάση το άρθρο 10 του ιδρυτικού φιρμανιού της βουλγαρικής Εξαρχίας, που προέβλεπε την υπαγωγή σ’ αυτήν επαρχιών με την πλειοψηφική συγκα­τάθεση των δύο τρίτων των κατοίκων, ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός μεταφέρ­θηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη. Στην ουσία επρόκειτο για ακήρυκτο ανταρτοπό­λεμο στις πόλεις και την ύπαιθρο μ’ όλα τα διατιθέμενα μέσα, περιλαμβανομένων των ενόπλων συγκρούσεων που θα γενικευθούν προς τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η σύγκρουση συνεχίστηκε κι εκτραχύνθηκε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13. Κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο, η Βουλγαρία κατέλαβε τη δυτική Θράκη και, κατά τον δεύτερο, παρ όλην την ήττα δεν την απώλεσε. Αμέσως μετά την κατάληψη της επαρχίας υλοποιήθηκε συστηματικό πρόγραμμα εκβουλγαρι­σμού, για το οποίο έχουν γραφεί πολλά· εξαιτίας αυτού θα επικαλεστούμε μόνον επιλε­κτικά ένα γαλλικό δημοσίευμα της εφημερίδας L’Ouest-Éclair, του Δεκεμβρίου του 1913, με τίτλο: Οι αυθαιρεσίες της βουλγαρικής διοίκησης, που περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση: Οι εκπρόσωποι των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Θράκης ήλθαν για να επιδώσουν στους εκπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων λεπτομερές υπόμνημα σχετικά με τις υπερβάσεις της βουλγαρικής διοίκησης. Τα γεγονότα που αναφέρονται στο κείμενο δι­αψεύδουν οδυνηρά την επίσημη διακήρυξη του τελευταίου τσάρου των Βουλγάρων που υποσχέθηκε στους νέους υπηκόους του ασφάλεια για τη ζωή, την τιμή και την περιουσία τους. Στην Ξάνθη, την Κομοτηνή, το Σουφλί, το Δεδέαγατς, τις Φέρρες, το Ορτάκιοϊ, τη Μαρώνεια και την γύρω περιοχή, όχι μόνον υπήρξε δήμευση των εκκλησιών και των σχο­λείων, αλλά κι ιδιωτικών περιουσιών· επίσης, οι ξυλοδαρμοί, οι απαιτήσεις λύτρων κι οι επιθέσεις στην τιμή γυναικών και κοριτσιών είναι συχνά φαινόμενα.

Τα πάθη για τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της δυτικής Θράκης φάνηκε να παίρ­νουν τέλος με την τελεσίδικη επιδίκαση της περιοχής στην Ελλάδα, κατά τα συμφωνη­θέντα στην διάσκεψη του Σαν Ρέμο, τον Απρίλιο του 1920, κι αργότερα, επισήμως, με την Συνθήκη των Σεβρών, τον Αύγουστο του 1920. Ωστόσο, ο βουλγαρικός αναθεωρη­τισμός που είχε πάντοτε προ οφθαλμών την σύσταση της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, του 1878, δεν λησμονήθηκε ποτέ απ’ την κυβερνώσα ελίτ της γειτονι­κής χώρας κι ανέμενε την πρώτη ευκαιρία να εκδηλωθεί· κι η ευκαιρία δεν άργησε να δοθεί με το ξέσπασμα του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδος και την γερμανική πολεμική συμβολή στην ηττημένη Ιταλία, τον Απρίλιο του 1941.

Η βουλγαρική παρουσία στην δυτική Θράκη με τη μορφή στρατιωτικής κατοχής, προϊόντος του δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν αποτέλεσμα διπλωματικής συνεν­νόησης με την Γερμανία και μία παραχώρηση εκ μέρους αυτής για την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία δεν βρισκόταν σ’ εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα, η εισβολή άρχισε τον Απρίλιο του 1941 και, μέχρι τις 15 Μαΐου, είχε καταληφθεί όλη η παραχωρηθείσα περιοχή.

Στις 3 Μαΐου του 1941, με απόφαση του βουλγαρικού Υπουργικού Συμβουλίου συ­νεστήθη η «Διοίκηση του Αιγαίου» ως νέα διοικητική περιφέρεια, με πρωτεύουσα την Ξάνθη. Η «Διοίκηση του Αιγαίου» ενσωματώθηκε στην 4η περιφέρεια του βουλγαρικού κράτους με 11 επαρχίες, και διαιρέθηκε σε τρεις στρατιωτικές διοικήσεις, όπου έδρευαν αντίστοιχα τρεις μεραρχίες πεζικού του βουλγαρικού στρατού, ενώ στρατιωτικές φρου­ρές εγκαταστάθηκαν σ’ όλους τους μεγάλους οικισμούς.

Ιδιαιτέρως σκληρή ήταν η στάση των κατακτητών έναντι του ιερού κλήρου της δυ­τικής Θράκης, εξ ενός εμφανεστάτου λόγου: η πνευματική καθηγεσία του κατώτερου κλήρου ιδίως, αποτελούσε εμπόδιο στην υποταγή του πληθυσμού. Η τριβή κι η συνά­φεια του απλού ιερέα του χωριού ή της αστικής συνοικίας με το ποίμνιό του, η τέλεση των ακολουθιών και των μυστηρίων, η καθημερινή παραμυθία στον χειμαζόμενο λαό στου οποίου τα μαρτύρια ήταν κοινωνός, αποτελούσαν κάρφος εν τω οφθαλμώ της μι­σάνθρωπης διοίκησης. Γι’ αυτό κι οι πρώτοι διωχθέντες ήσαν τα μέλη του κλήρου. Ιδι­αιτέρως πρέπει να επισημάνουμε ότι, όταν οι άνθρωποι αυτοί, οι κληρικοί, όπερ και το σύνηθες, αρνούνταν την υποχώρηση απέναντι στις συστάσεις ή τις απειλές, αποτελού­σαν τα πρώτα θύματα των θηριωδιών.

Οι τέσσερις ιερείς των οποίων την αιωνία μνήμη ευχόμαστε σήμερα δεν ήσαν άμοι­ροι των βασάνων και της προσφυγιάς. Τέκνα κι οι τέσσερις της αγιοτόκου ανατολικής Θράκης ήσαν μαθημένοι να μοιράζονται τα βάσανα του λαού. Ο Ιερέας Θεόδωρος Πα­παδόπουλος καταγόταν απ’ την ευρύτερη περιοχή της Κεσσάνης, γεννημένος το έτος 1880. Το 1910 χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας στην Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές της κατοχής, στις 20 Απριλίου 1941, Βούλγαροι στρατιώτες πήγαν στο σπίτι του παπα-Θόδωρου, στην Αίγειρο, όπου υπηρετούσε ως εφημέριος, κι ενώ ήταν άρρω­στος τον κατηγόρησαν για οπλοκατοχή και βιαιοπράγησαν εις βάρος του, επαναλαμβά­νοντας την πράξη τους δύο μήνες αργότερα, με αποτέλεσμα ο 64χρονος λευΐτης να εκ­πνεύσει στις 22 Ιουνίου 1941.

Ο ιερέας Δημήτριος Καβάζης, είλκε κι αυτός την καταγωγή του απ’ την Κεσσάνη, γεννημένος το 1890. Μετά την εκκένωση της περιοχής, το Νοέμβριο του 1922 ο παπα-Δημήτρης, εγκαταστάθηκε στην Κρωβύλη, δημιούργησε οικογένεια και χειροτονήθηκε το 1931, υπηρετώντας στο ίδιο χωριό ως εφημέριος. Με την έναρξη της κατοχής του αφαίρεσαν τα κλειδιά του ενοριακού ναού του, δυσκολεύοντας αφάνταστα την τέλεση των ιερατικών καθηκόντων του, με στόχο να εξαναγκαστεί να υπαχθεί στη βουλγαρική Εξαρχία. Όμως, όπως προσφυώς παρατηρεί ο Κύπριος ποιητής, «είναι το κόκκαλο άτιμο, δεν κόβεται εύκολα αλλά ο μπαλτάς ενδέχεται να φτάσει το ταχύ…». Έτσι, στις 29 Απριλίου του 1944, στον Εσπερινό, οι Κομιτατζήδες, αφού διέκοψαν την ιερή ώρα, τον μετέφεραν σ’ απομονωμένη περιοχή του Ισμάρου και τον λιθοβόλησαν, χαρίζοντάς του την ένδοξη θανή του πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Ο παπα-Δημήτρης πέρασε στην αι­ωνιότητα την 29η  Απριλίου του 1944.

Ο ιερέας Βαγιάννης Εμμανουηλίδης, ήταν κι αυτός βλαστός της Κεσσάνης, το 1872. Για 42 χρόνια διετέλεσε μαχητικός λειτουργός τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική Θράκη, με τα 22 από αυτά στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Συκοράχης. Σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής ο πρεσβύτης ιερέας κι η οικογένειά του υπέστησαν τα πάν­δεινα, μ’ αποκορύφωμα την σύλληψη και κακοποίησή του κι αποτέλεσμα τον θάνατό του στις 25 Ιουνίου 1944, ελάχιστο χρόνο πριν προλάβει να γιορτάσει με την αγαπημένη οικογένεια και τους συγχωριανούς του τον οριστικό λυτρωμό, όμως πρόλαβε να τηρήσει τον λόγο του Αποστόλου των εθνών, να διανύσει τον δρόμο, να τηρήσει την πίστη και να λάβει τον της δικαιοσύνης στέφανο.

Ο ιερέας Γεώργιος Βουλγαράκης, ήταν Μαλγαρηνός απ’ την ανατολική Θράκη, παρασημοφορημένος παλαίμαχος του Μικρασιατικού μετώπου. Ως πρόσφυγας εγκατα­στάθηκε στη Νέα Αδριανή. Εμβριθής μελετητής των ιερών Γραφών και καλλικέλαδος, ακολούθησε το ιερατικό στάδιο, χειροτονηθείς το 1939 και διορισθείς εφημέριος Νέας Αδριανής, το έτος κήρυξης του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ως να επειγόταν να ζω­στεί το ράσο και να σπεύσει στο μαρτύριο. Λαμβάνοντας υπόψη την εθνική του δράση ο τότε Μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Βασίλειος του πρότεινε να μετεγκαταστα­θεί στο Νέο Σιδηροχώρι, για να προστατευθεί καλύτερα ο ίδιος κι η οικογένειά του ή ακόμη ν’ ακολουθήσει τον δεσπότη στην Θεσσαλονίκη. Αλλ’ εκείνος, ως άλλος Χρυ­σόστομος Σμύρνης, παρέμεινε στην έδρα του αντιμετωπίζοντας τη βία των Βουλγάρων, τους δαρμούς τους εμπτυσμούς και τας μαστίγας, ως και τις χαλκευμένες κατηγορίες· οδηγήθηκε, μάλιστα στο Κόσμιο, όπου και βασανίστηκε, αρνούμενος να υποκύψει στις πιέσεις για τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην βουλγαρική. Τα βασανιστήρια συνεχί­στηκαν ακόμη και μπροστά στην 11χρονη θυγατέρα του, μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του. Δύο μήνες χρειάσθηκαν, ώστε να καταφέρει να ορθοποδήσει και να επιστρέψει στα καθήκοντά του, μέχρι που επανήλθε στην εκκλησία της Νέας Αδριανής και ξανατέλεσε την θεία λειτουργία.  Λίγο μετά εμφανίσθηκε έφιππος Βούλγαρος χωροφύλακας, ο οποίος δολίως τον δηλητηρίασε. Ο εθνομάρτυρας παρέδωσε το πνεύμα, στις 13 Νοεμ­βρίου του 1944.

Οι τέσσερις αυτοί φάροι του Ελληνισμού και της ορθοδοξίας, λειτουργοί των αναι­μάκτων θυσιαστηρίων της διαλάμπουσας κι ενδόξου Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κο­μοτηνής, μνημονεύονται σήμερα, δύο ημέρες μετά τον εορτασμό της μεγάλης εθνικής επετείου. Και μην ξεχνούμε ότι η θυσία τους, εξαιτίας μεσαιωνικών βασανιστηρίων, δεν έγινε με την προσδοκία ανταλλαγμάτων ή της ελευθερίας, παρά προσφέροντας την ζωή τους λύτρον αντί πολλών. Ακολούθησαν, εν τέλει, πιστά τις επιταγές του άλλου περιλά­λητου τέκνου της Γρατινής της Ροδόπης, του από Τραπεζούντος Χρυσάνθου Φιλιππίδη που όρθωσε το ανάστημά του έναντι των Γερμανών λέγοντας πως: «…Οι Έλληνες ιε­ράρχες δεν παραδίδουν τας πόλεις εις τον εχθρόν, αλλά το καθήκον των είναι να εργα­στούν διά την απελευθέρωσιν αυτών», ενώ, αρνούμενος την δοξολογία για την γερμα­νική κατάληψη των Αθηνών είπε: «…Δοξολογία δεν έχει θέσιν επί τη υποδουλώσει της Πατρίδος μας. Η ώρα της δοξολογίας θα είναι άλλη».

Ας προσευχηθούμε, όπως ο δικαιοκρίτης Κύριος εν σκηναίς δικαίων τάξαι αυτούς, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθμήσαι.

 

Αιωνία η μνήμη τους.

 

Ἐκ τοῦ Γραφείου Τύπου

τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως