ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

 
 
 

Tήν Κυριακήν, 11ην Ἀπριλίου 2021, Δ΄ τῶν Νηστειῶν, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας ἱερούργησε στὸν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Ἁγίας Βαρβάρας Κομοτηνῆς καὶ χοροστάτησε στὴν ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν πάντων τῶν ὑπό τῶν Βουλγάρων καί τῶν Νεοτούρκων ἀναιρεθέντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν Θρακῶν, κατά τὴν Γενοκτονία τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Ἐν συνεχείᾳ ἀνέπεμψεν ἐπιμνημόσυνη δέηση ἔμπροσθεν τοῦ μνημείου τῶν θυμάτων τῶν διωγμῶν τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖο εὑρίσκεται στόν αὔλειον χῶρον τοῦ Ἱεροῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ Ἁγίας Βαρβάρας Κομοτηνῆς.

 

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

 

πατήστε  ΕΔΩ  για περισσότερες φωτογραφίες

 

Ες τΜνημόσυνον τοΘρακικοῦ῾Ελληνισμο

Μνήμη Γενοκτονίας τοΘρακικοῦ῾Ελληνισμο

῾Ιερός Ναός ῾Αγίας Βαρβάρας Κομοτηνς

 

Κυριακή Δ΄ τῶν Νηστειῶν

τοῦ σωτηρίου ἒτους 2021

Σεβασμιότατε, σεβαστοί άγιοι πατέρες, εκπρόσωποι των αρχών, Θρακιώτες αδελφοί,

Στην θεία δόξα της Θείας Λειτουργίας που ο Μεγαλοδύναμος Κύριός μας μάς αξίωσε και σήμερα να μετάσχουμε, κάθε ανθρώπινη προσπάθεια άλλου λόγου μένει φτωχή κι ασήμαντη. Η ευλογία, όμως, του επισκόπου μας καθιστά την μικρή τούτη κατάθεση οφειλόμενη υπόμνηση στην μνήμη των Θρακών προγόνων μας που τρεις μόλις γενιές πριν από την δική μας σήκωσαν αγόγγυστα και με δοξολογία τον δικό τους σταυρό. Ας τείνουμε να ώτα μας για λίγο στην φωνή ενός προπάππου μας που μας αποτείνει τον λόγο από την θρακική πατρίδα, από το κοντινό κείνο παρελθόν.

«Παιδιά της γλυκιάς θρακικής πατρίδας,

Σας γράφω απ’ το χωριό μου, σιμά στις Σαράντα Εκκλησιές της Θράκης, σήμερα, Δ΄ Κυριακή των νηστειών του σωτηρίου έτους 1921. Συλλογιέμαι πως πέρασαν ακριβώς εκατό χρόνια από το μεγάλο ξύπνημα του Γένους στα 1821. Πλάι στην Ρούμελη και στο Μοριά, στα νησιά, την Ήπειρο και την Μακεδονία, η Θράκη μας δεν έλειψε από το προσκλητήριο για τον Μεγάλο Σηκωμό του ΄21. Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος, Δόμνα Βισβίζη, μαρτυρική Σαμοθράκη.

Πλησιάζει το Πάσχα του 1921 και, σήμερα, εκατό χρόνια ύστερα απ΄ το ξαναγέννημα του Γένους, συλλογιέμαι τα περασμένα και τα μελλούμενα.

Έναν χρόνο τώρα και περισσότερο, μετά από πεντέμισυ αιώνες σκλαβιά, ελληνικός, ρωμαίικος στρατός έχει φθάσει ως τα μέρη μας κι ελευθέρωσε τις πόλεις και τα χωριά μας, εδώ, στην πιο ανατολική θρακιώτικη επαρχία, μια ανάσα από την Βασιλίδα των πόλεων.

Είναι καιροί μέσα στο διάβα της ιστορίας που ο χρόνος πυκνώνει. Προτού δέκα χρόνους, η μικρή και καταχρεωμένη Ελλάδα έφτανε ως την Θεσσαλία.

Μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνους, κι έπειτα από τόσους αιώνες, έχουν ως τώρα, στα 1921, λευτερωθεί τα Γιάννενα κι η Ήπειρος ολόκληρη, η Θεσσαλονίκη κι όλη σχεδόν η Μακεδονία. Το Αιγαίο όλο – με εξαίρεσι την Δωδεκάνησο –ξανάγινε αυτό που πάντα ήταν, η φωτεινή της Παναγιάς μας η θάλασσα η ελληνική. Η Σμύρνη είναι δυο χρόνια τώρα ελεύθερη και μαζί της ένα κομμάτι της Μικρασίας.

Έκπληκτοι θωρούμε αυτήν την εποποιία των πολέμων των Βαλκανικών και της συμμετοχής στον μεγάλο πόλεμο που από σκλάβους μάς έφερε ελεύθερους μέχρι κι εδώ, τις Σαράντα Εκκλησιές, την ανατολικότερη επαρχία της Θράκης, από όπου σήμερα, Δ΄ Κυριακή των νηστειών, σας μιλώ, γενιές των Ρωμηών των αιώνων που ακολουθούν, για να σας ιστορήσω τα πάθια, τους καημούς και τις ελπίδες μας.

Χριστέ μας, Συ που των λόγων σου η δήλωσις φωτιεί και συνετιεί νηπίους, φώτισε και τον δικόν μου το νού τον εσκοτισμένο, για να παραστήσω λίγα από κείνα που οι Ρωμηοί, οι Έλληνες της ιδιαίτερης πατρίδας της Θράκης, έπαθαν στους χρόνους που πέρασαν.

Ήταν, θυμάμαι, επτά χρόνια πριν από την ώρα τούτη, στις 25 του Μαΐου του 1914, μετά από ένα Πάσχα που τα βάσανά μας είχαν κορυφωθεί κι ονομάστηκε κείνο το Πάσχα – ο Κύριος να μας συγχωρεί – το μαύρο Πάσχα του Θρακικού Ελληνισμού, της Ρωμηοσύνης της θρακιώτικης. Κανένα Πάσχα – μας τό΄ μαθαν οι Θρακιώτισσες μανάδες μας και θα το γνωρίζετε κι εσείς, αδελφοί – δεν μπορεί νά΄ ναι αληθινά μαύρο, αφού το Πάσχα, η Ανάστασι του σταυρωμένου Χριστού, είναι το φωτεινό πέρασμα στην ελευθερία την παντοτινή του ανθρώπου από τον εχθρό τον προαιώνιο.

Για τους Θρακιώτες που μαρτύρησαν κείνο το Πάσχα και στους χρόνους που ήρθαν ύστερα, κι ως τα 1919, για τους διωγμένους, τους ατιμασμένους, τους ταλαιπωρημένους άνδρες, τις γυναίκες, τους γέρους, τα παιδιά, ο δρόμος του Σταυρού, που τον προσκυνήσαμε υψωμένο όλη την εβδομάδα που μας πέρασε από την περασμένη Κυριακή, τελειώνει στην χαρά της Αναστάσεως. Στην γειτονιά μας ήτανε που είδα κείνα τα δυο μικρά κορίτσια, σιωπηλά και προσευχόμενα να αντικρίζουν τον φονεμένο πατέρα τους, τον γείτονά μου τον Κωνσταντίνο, εμπρός από την πόρτα του φτωχικού τους. Ο Θεός που παρέλαβε την ψυχή του εθνομάρτυρα πατέρα, δεν έχει μήπως και την πρόνοιά του για τούτα τα δυο του πλάσματα; Θαρρώ πως ήδη τα βλέπω, Θρακιώτισσες συζύγους και μάνες, να προκόβουν και να ανασταίνουν παιδιά, σπίτια και ψυχές με την χάρη που ο Θεός πλούσια χαρίζει στα παιδιά Του που ακολουθούν το θέλημά Του.

«Οι σπείροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλιάσσει θεριούσι»

Έχω φυλαγμένο στης μάνας το ξύλινο σεντούκι ένα φύλλο της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», της εφημερίδας που εκδίδει το Πατριαρχείο μας στην Κωνσταντινούπολι. Τους πρώτους μήνες του 1914 έγιναν αθρόες μεταναστεύσεις μουσουλμάνων από την Σερβία, την Βουλγαρία και την Ελλάδα προς τη Μικρά Ασία και προς τα εδώ, μετακινήσεις που υποκινήθηκαν από την οθωμανική κυβέρνησι.

Η μεθοδευμένη ομαδική μετανάστευσι προς τους τόπους όπου ζουν χριστιανοί, τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει; Η κατάστασι έδωσε το πρόσχημα στην οθωμανική κυβέρνησι, σε συνδυασμό με την επίσημη είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον παγκόσμιο πόλεμο, να εκδιώξει τους Έλληνες. Οι νεοφερμένοι μουσουλμάνοι – τα ζήσαμε, αδελφοί – μόλις εγκαθίσταντο στα ελληνικά σπίτια, έδιωχναν τους ιδιοκτήτες τους. Οικειοποιούνταν τα οικιακά σκεύη, τα έπιπλα και τα εργαλεία, τα ζώα και ολόκληρο το βιός τους. Ανάγκαζαν τους νόμιμους ιδιοκτήτες να εργάζονται για λογαριασμό τους και να υφίστανται κάθε είδους καταπίεσι και κακομεταχείρισι. Κι΄ αυτά, μόνον στην αρχή. Σαν άρχισαν οι απειλές και οι φόνοι, οι σκόρπιοι πρώτα, κι ύστερα οι συστηματικοί, όσοι χριστιανοί γλιτώναμε ακόμα, αποφασίζαμε, πεινασμένοι και στερημένοι, να εγκαταλείψουμε τις εστίες μας.

Έτσι άρχισε– προς τα μέρη κυρίως της Μακεδονίας – ο ξεριζωμός των κατοίκων των θρακιώτικων χωριών της Αδριανούπολης, των Σαράντα Εκκλησιών, του Διδυμοτείχου, της Βιζύης, της Ηράκλειας, της Αίνου, της Καλλίπολης, του Γανοχωρίου, όπως και από πιο κάτω, από τις αιώνιες κοιτίδες της Ρωμηοσύνης της Μικράς Ασίας.

Από το φύλλο της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», της εφημερίδας που το Πατριαρχείο μας κάθε Σάββατο τυπώνει ήδη από τα 1880, διαβάσαμε πως στις 25 του Μαΐου κείνης της μαρτυρικής χρονιάς, του 1914, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κήρυξε επίσημα την Εκκλησία υπό διωγμό. Ανήσκουστα ως τότε πράγματα συνέβησαν στα 1914: Οι εκκλησίες και τα σχολειά έκλεισαν και τελούνταν μόνον κηδείες με συνοπτικήν διαδικασία. Πέντε και μισόν αιώνες σκλαβιάς, η Ρωμηοσύνη δεν απάντησε ποτέ τέτοιον πειρασμό, όπως εκείνη την χρονιά, οπού η αμαρτία είχε, φαίνεται, περισσεύσει ανάμεσα σε μας τους χριστιανούς.

Ωστόσο, «Ειρήνη πολλή τοις αγαπώσιν τον νόμον Σου, και ουκ έστιν αυτοίς σκάνδαλον». Εκείνους που αγαπούν τις εντολές Σου, Κύριε, ειρήνη πολλή τους συνέχει και δεν σκανδαλίζεται ο νους και η καρδιά τους από την δοκιμασία. Διέρχονται διά πυρός και ύδατος, και Συ, Κύριε, τους εξάγεις εις αναψυχήν. Αίροντες τον σταυρόν μας η κάθε οικογένεια αναχωρήσαμε, πρόσφυγες, στα χώματα της Μακεδονίας που είχε λευτερωθεί με την εγγύηση της πρώτης θυσίας του Παύλου Μελά. Ολόκληρο το χωριό μας εγκαταστάθηκε στο χωριό Μονόσπιτα, πλάι στην Βέροια, την ξακουστή απ’ τον Απόστολο των εθνών Παύλο.

«Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα, και εισήκουσέ μου»

Δυο χρόνους μείναμε εκεί. Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού, και κατόπιν της διπλωματίας, χάριτι Θεού, μας έφεραν ξανά πίσω στην θρακιώτικη γη των προγόνων. Σαράντα Εκκλησιές, Βιζύη. Δυο χρόνια τώρα, από τα 1919, κι έπειτα από τόσους αιώνες, φλάμπουρα με τον Σταυρό στην μέση κυματίζουν ξανά στις φτερούγες τους θρακιώτικου αγέρα. Του αγέρα που ανέπνευσαν οι γονείς κι οι παππούδες μας, του αγέρα που ανέπνευσε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, σαν έφτασε κάποτε διωκόμενος στην Βιζύη. Του αγέρα που – σαν γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θράκη – πρωτοανέπνευσαν τα χείλη και τα στήθη κείνου του αγαθού βασιλέως, του Λέοντος του Θρακός, που στα πρώτα του νειάτα τού φανερώθηκε η Παναγιά μας η Ζωοδόχος Πηγή, κι αφού του φανέρωσε πως θα γίνει μια μέρα αυτοκράτορας, του παρήγγειλε να κτίσει την γνωστή πηγή, όπου ως τα σήμερα δροσίζονται οι ελπίδες του Γένους για τα μικρά ψάρια που ο καλόγερος θ΄ αποτηγανίσει, σαν αυτό ξαναναστηθεί.

«Εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγιά Σου»

1921 χρόνια έχουν περάσει την ώρα τούτη που σας γράφω, από την γέννησι του Χριστού μας, Θρακιώτες των γενεών που θ΄ ακολουθήσετε την δικιά μου γενιά. Εκατό χρόνια από την γέννησι ενός νέου Ρωμαίικου που έχει φθάσει κιόλας ως εδώ, έξω από τις πόρτες της βασιλεύουσας, στις Σαράντα Εκκλησιές, στην Βιζύη και στο μικρό μου τούτο το ήσυχο χωριό.

Η Θράκη, ελευθερωμένη. Καθώς και τα νησιά, κι η Σμύρνη. Είναι, άραγε, το τόλμημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας το συγκαιρινό μου, κείνο το ευλογημένο το βήμα στο πλήρωμα του χρόνου για την αποκατάτασι των εθνικών πόθων; Είναι, άραγε, τώρα που έχουμε φθάσει ως εκεί, η ώρα που ο Κύριος ευδόκησε για την παλινόρθωσι του χιλιόχρονου ρωμαίικου μεγαλείου;

  • Μαθαίνω για τον χαρακτήρα, για τα λόγια τα ανάρμοστα μέρους του στρατεύματος του ελληνικού και μένω συλλογισμένος…

«Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον,

εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες.

Εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν,

εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων»

Σεις που ύστερα από άλλους εκατό χρόνους ίσως διαβάζετε και ακούτε τα φτωχά μου λόγια, θα γνωρίζετε την απάντησι στην τωρινή μου την έγνοια. Κι εύχομαι να διδαχθείτε από τα σφάλματα τα δικά μας. Ποιο θα είναι το βήμα του Γένους μας στα χρόνια που θα΄ ρθούν ύστερα από τα δικά μου κι ως τα δικά σας, θα είναι για σας κιόλας ειπωμένο στις διηγήσεις των δικών σας παππούδων, των παιδιών της δικής μου γενιάς, και γραμμένο στης ιστορίας τις σελίδες.

«Φως Χριστού φαίνει πάσι»

Κείνο που λαχταρώ να σας μηνύσω από δω, από το Σαρανταεκκλησιώτικο χωριό μου στα 1921 είναι πως κάθε προκοπή του γένους μας, των Ρωμηών, κάθε προσφορά δική μας στο γένος των ανθρώπων, ξεκινά μέσα στα μυστικά κινήματα των φύλλων της καρδιάς, των νέων και των μεγαλύτερων, στα φύλλα της καρδιάς που μέσα της κρατά φυλαγμένη την ευχή του Ιησού Χριστού, κατά πώς μας δίδαξε στα χρόνια τα στερνά της ένδοξής μας Ρωμανίας ο Άγιος που τιμήσαμε πριν από δυο βδομάδες και που κι εσείς θα τιμάτε τέτοιες μέρες κι ύστερα από εκατό χρόνους, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.

Διάβηκε, θαρρώ, κι αυτός από τα θρακιώτικα βουνά της Ροδόπης σε μια πολιτεία μοναστική, που – ο Θεός γνωρίζει – ίσως στα χρόνια σας να ξαναδεί ιδρώτες ασκητικούς και να ξαναγίνει στήριγμα και καταφύγιο στον λαό του Θεού.

«Εν τίνι κατορθώσει νεότερος την οδόν αυτού;

εν τω φυλάξασθαι τους λόγους Σου»

Βλέπω και στους χρόνους τους κατοπινούς στην γη της Θράκης να γεννιούνται ψυχές αγιασμένες που το βήμα τους θα στολίσει και θ΄ αγιάσει την θρακική γη. Βλέπω με τα δικά σας μάτια, απόγονοί μας στα 2021 κι έπειτα, να συμπληρώνετε το συναξάρι του τόπου σας για να ζήσετε ζωήν πνευματική, την ζωή του Χριστού μας, που θα σας θρέψει κι εσάς με αντισώματα πνευματικά για να σταθείτε όρθιοι απέναντι στου κόσμου το ρεύμα.

«Αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου,

και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου Σου»

Σας βλέπω να, κάτω από ένα πλατάνι μιας μικρής πλατείας στην Κομοτηνή, δυο-τρεις αδελφοί, να ομιλείτε με κατάνυξι, με αγαλλίαση και μ΄ ελπίδα για την αγαθή μορφή που θά΄ χει ευλογήσει την Θράκη μας με το πέρασμά του απ΄ αυτήν την ζωή.

-Πρόγονέ μας στην γη της Θράκης, θυμόμαστε σήμερα την θυσία σας και αναπέμπουμε δέησιν επιμνημόσυνη για την ανάπαυση των ψυχών σας. Αιτούμαστε την ευχή την δική σας, απ΄ την ουράνια τώρα την πατρίδα. Ας έχουμε και την ευχή της αγιασμένης εκείνης ψυχής που σεις, σαν ήρθατε πρόσφυγες σε μέρη πάλι θρακικά, όλο και θ’ απαντήσατε στα χρόνια τα κατοπινά, ως νέος να διακονεί Θεό και ανθρώπους στα χώματα της Ροδόπης. Τον νέο εκείνο, ως άνδρα ώριμο είναι τινές των ώδε εστηκότων που είχαν την ευλογία να τον συναντήσουν. Η γη της Θράκης, να είσαι ήσυχος, Θρακιώτη πρόγονε, δεν έχει παύσει να ευεργετείται από τον Κύριο με τα τέκνα Του τα εκλεκτά.

Τον καιρό που ο δάσκαλος, ο καθηγητής των γονιών μας, ο κυρ-Θανάσης ο Βίστας διηύθυνε το γυμνάσιο της πόλης μας, ξύπναγε, μας λένε οι παλιότεροι, αξημέρωτα, προτού πάει στο σχολειό του – ο Κύριος μόνον γνωρίζει έπειτα από πόση προσευχή – και υπηρετούσε, κει κοντά στο παλιό ποτάμι της Κομοτηνής πιο κάτω από την Παναγιά μας, γεροντάκια, που μοναχικά κι ανήμπορα ανέμεναν να ζεσταθούν από την θέρμη της καλοσυνάτης του καρδιάς. Κι ακόμα κι όταν συναντούσε σε κανένα από κείνα αδυναμίες ανθρώπινες που μοιάζανε ιδιοτροπίες, δεν έπαυε να το φροντίζει με αγάπη. Αμέτρητες είναι η μαρτυρίες της αγιοσύνης του. Σαν το αγιασμένο λείψανο του καθηγητή – αγιορείτη, πια, μοναχού – Αρσενίου κηδευόταν ένα αποκαλόκαιρο πριν από δεκαπέντε χρόνους στην θρακιώτικη γενέτειρά του, την Σάλπη, ο αγιορείτης γέροντας της συνοδείας του τον αποχαιρέτησε επισημαίνοντας κι ομολογώντας την απέραντη καλοσύνη της ψυχής του.

Δοξάζουμε τον Θεό, πρόγονε της γης της Θράκης μας, για τα δώρα Του, όπως ο γέρων Αρσένιος Βίστας, που ο Κύριος ευδόκησε στην αυγή του επόμενου από τον δικό σας αιώνα να ταφεί στην θρακική γη. Κι αν παραχωρεί ο Κύριος πειρασμούς για να αγωνισθούμε τον αγώνα τον καλό, στέλνει συνάμα και την λύση: με την επίκλησι του ονόματός Του, με την τέλεσι της αναιμάκτου θυσίας στις εκκλησιές μας και με την παρηγοριά που λαμβάνουν στις μέρες μας οι χριστιανοί, καθώς έχουμε στον τόπο μας, στην Θράκη, την χαρά να προσκυνούμε το μνήμα του οσιακώς τελειωθέντος δασκάλου, συμπατριώτη μας και ασκητή.

 

Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον.

Ας αναπαύη ο Κύριος της δόξης τις ψυχές σας εν σκηναίς δικαίων.

Καλήν Ανάστασι, αδελφοί!