τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου
Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς
Παντελεήμονος
Καιρὸς τοῦ σπείρειν καιρὸς τοῦ θερίζειν
(Ἐκκλησιαστὴς 3:2)
Μία πανθομολογουμένως δύσκολη χρονιά -ὅπως οἱ τελευταῖες πολλές- διαγράφει τὸν κύκλο της σὲ λίγο καὶ μία λέξη διαπερνᾶ τὴ σκέψη μου καὶ γίνεται προσευχή: καιρός. Δὲν ἀναφέρομαι στὴν εὔκολα ἀντιληπτὴ διαδοχὴ τῶν ἡμερῶν, ὅπως καὶ ἂν αὐτὲς διαζωγραφίζουν τὸ κάθε ἔτος πού -Χάριτι Θεοῦ- ζοῦμε. Σκέφτομαι ἐκείνη τὴν βαθιά, ἱερὴ εὐκαιρία ποὺ ὁ Θεὸς χαρίζει στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸ μέσα του.
«Καιρὸς τοῦ σπείρειν καὶ καιρὸς τοῦ θερίζειν», μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἐκκλησιαστής, καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει καταλληλότερη φράση, γιὰ νὰ συνοψίσει τὸ ἔτος ποὺ ἀποχαιρετοῦμε καὶ ἐμεῖς, οἱ Θρακιῶτες. Οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς, τοῦ μόχθου, τῆς φιλοτιμίας. Οἱ προσλαμβάνουσες τῆς ζωῆς μας ἐπιτρέπουν νὰ παρομοιάσουμε τὸν κάθε χρόνο ὡς ἕνα χωράφι. Ἄλλοτε εὔφορο, ἄλλοτε πετρῶδες· ἄλλοτε ποτισμένο ἀπὸ δάκρυα, ἄλλοτε ἀπὸ χαρά. Καὶ ἐμεῖς, ἐργάτες τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, πορευόμαστε μέσα του σπέρνοντας πράξεις, λόγια, σιωπές. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ νομίζουμε πὼς οἱ σπόροι μας χάθηκαν· πὼς ὅ,τι προσπαθήσαμε νὰ οἰκοδομήσουμε ἔμεινε μισὸ· πὼς ἡ ἀγάπη μας δὲν ρίζωσε. Ὅμως ὁ Θεὸς ἐργάζεται συχνὰ ἀθέατα. Τὸ σπέρμα της καλοσύνης καρπίζει ἀκόμη κι ὅταν οἱ ἐποχὲς φαίνονται ἀντίξοες.
Ἡ χρονιὰ ποὺ πέρασε ἔφερε ἄλλους σὲ δοκιμασία, ἄλλους σὲ ἀφύπνιση. Ἄλλους τοὺς ἐλάφρυνε, ἄλλους τοὺς βάρυνε. Κάποιοι φυλακίστηκαν στὰ ἰδιοτελῆ τους συμφέροντα, ἐκεῖνα ποὺ ἐξυπηρετοῦνται πάντοτε μὲ ἀνομία καὶ ἐξουθένωση τοῦ ἀδυνάτου, κάποιοι ἄλλοι -ἐντὸς καὶ ἐκτὸς πατρίδας- βγῆκαν στοὺς δρόμους διαμαρτυρόμενοι γιὰ τὶς σφάγὲς των συναθρώπων μας στὸν βωμὸ τοῦ κέρδους, γιὰ περισσότερη δικαιοσύνη, γιὰ ἐργασία ποὺ ἀνταμείβει τοὺς κόπους τῶν ἀδύναμων κοινωνικὰ ὁμάδων, τῶν ἀγροτῶν μας, τῶν γερόντων, τῶν ὀρφανῶν των πολέμων. Τῶν ἀναγκεμένων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ μας. Πάντως ὅλοι, δίχως ἐξαίρεση, σταθήκαμε ἔστω γιὰ μιὰ στιγμὴ μπροστὰ στὸν καθρέφτη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καὶ ἀναρωτηθήκαμε: Τί ἔσπειρα; Τί θέλω νὰ θερίσω; Ποῦ χρειάζεται νὰ ἀλλάξω πορεία; Ποῦ νὰ σταθῶ πιὸ ταπεινός, πιὸ ἀληθινός, πιὸ ἄνθρωπος;
Δὲν εἶναι οἱ ἀπολογισμοὶ τῆς τελευταίας μέρας ποὺ καθορίζουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ οἱ μικρές, σχεδὸν ἀθόρυβες μετατοπίσεις τῆς καρδιᾶς μέσα στὴ διάρκεια τοῦ χρόνου. Ἡ συγχώρηση ποὺ δώσαμε μὲ κόπο, ἡ εἰρήνη ποὺ ἐπιδιώξαμε ἐνῷ θὰ μπορούσαμε νὰ ὑψώσουμε φωνή, ἡ χεῖρα βοηθείας ποὺ τείναμε χωρὶς νὰ μᾶς τὴ ζητήσουν. Αὐτὰ εἶναι τὰ σπέρματα ποὺ θὰ βροῦμε μπροστά μας καὶ στὸ νέο ἔτος.
Καὶ βέβαια, δὲν πρέπει νὰ φοβηθοῦμε τὴν παραδοχὴ ὅτι ὑπάρχουν καὶ στιγμὲς ποὺ σπείραμε ἄγονα. Ποὺ πληγώσαμε ἀντὶ νὰ θεραπεύσουμε, ποὺ ἀπομακρυνθήκαμε ἀντὶ νὰ πλησιάσουμε. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς τελειότητα, ἀλλὰ μετάνοια· ὄχι νὰ μὴν πέσουμε, ἀλλὰ ὅταν πέφτουμε νὰ σηκωνόμαστε.
Καθὼς λοιπὸν ἀποχαιρετοῦμε τὸ ἔτος, ἂς μὴ σταθοῦμε μόνο στὴ νοσταλγία ἢ στὸ βάρος τῶν δυσκολιῶν του. Ἂς τὸ εὐχαριστήσουμε γιὰ τὰ μαθήματα ποὺ μᾶς ἔδωσε -τὰ εὔκολα καὶ τὰ δύσκολα- γιατί μέσα σὲ αὐτὰ καλλιεργεῖται ἡ ψυχή. Καὶ ἂς μποῦμε στὸ νέο χρόνο μὲ πραότητα, μὲ διάκριση, μὲ τὴ σιγουριὰ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς χαρίζει μιὰ νέα περίοδο σπορᾶς.
Ἂς σπείρουμε, λοιπόν, ἀγάπη γιὰ νὰ θερίσουμε εἰρήνη. Ἂς σπείρουμε καλοσύνη, γιὰ νὰ θερίσουμε χαρά. Ἂς σπείρουμε ἀλήθεια, γιὰ νὰ θερίσουμε ἐλευθερία.
Καὶ κυρίως, ἂς σπείρουμε ἐλπίδα. Γιατί αὐτὴ εἶναι ὁ σπόρος ποὺ ποτὲ δὲν μαραίνεται.











