Notice: Only variables should be assigned by reference in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/ja_wall_blog/user.php on line 15
immk
ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ
Αὐτή τήν ἑβδομάδα, τά παιδιά τῶν Βρεφονηπιακῶν Σταθμῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μέ τή βοήθεια τῶν ἀγαπημένων τους δασκάλων, ἒπαιξαν διάφορα παιχνίδια ἐνισχύοντας ἒτσι τό πνεῦμα τῆς ὁμαδικότητας καί δημιουργικότητάς τους.
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ : «Περὶ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»
Πρὸς τὸ Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Θέμα: «Περὶ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Τὴν ἑβδόμη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα ἑορτάζουμε καὶ τιμᾶμε τοὺς Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατὰ τὸ διανυόμενο ἔτος 2025 συμπληρώνονται 1.700 ἔτη ἀπὸ τὸ ἔτος 325 μ.Χ., ποὺ συνεκλήθη ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Μ’ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία ἂς θυμηθοῦμε τὶς ἀποφάσεις της καὶ ἂς ἐμβαθύνουμε στὴν σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
α΄. Ἡ θεία βούληση ἐκφράζεται μέσῳ τῶν Συνόδων.
Ἡ ἀρχὴ τῶν Συνόδων ἀνάγεται ἀρχικὰ στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο ποὺ συγκροτήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ ἔτος 48 μ.Χ. (Πράξεων 15, 6 καὶ ἑξῆς).
Ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦν θεσμὸ ἀποστολικό, μὲ θεῖο κύρος καὶ ἀποφαίνονται περὶ πίστεως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὸ ὁποῖο ἐξέφραζαν οἱ Πατέρες ποὺ συμμετεῖχαν, ὅπως δηλώνεται μὲ τὸ ἀποστολικό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Καὶ κατὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο (PG 20, 1080) «Πᾶν γὰρ ὅ,τι δ᾽ ἂν ἐν τοῖς ἁγίοις τῶν ἐπισκόπων συνεδρίοις πράττηται, τοῦτο πρὸς τὴν θείαν βούλησιν ἔχει τὴν ἀναφοράν». Δηλαδή, κάθε τι ποὺ πράττεται στὶς ἅγιες Συνόδους τῶν ἐπισκόπων, αὐτὸ ἔχει τὴν ἀναφορὰ πρὸς τὴν θεία βούληση.
β΄. Τὸ ἀλάθητον τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων.
Τὸ πλήρωμα ἢ τὸ ὅλον ἢ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὸ συναποτελοῦν ὅλοι οἱ κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ πιστεύουν ὀρθόδοξα, λογίζεται στὴν Ὀρθοδοξία ὡς φορέας τοῦ ἀλάθητου τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ὡς φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄργανο ἐκφράσεως τοῦ ἀλάθητου αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνώτατη διοικητικὴ ἀρχή της, δηλαδὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἀντιπροσωπεύεται τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἐπισκόπους του, ποὺ δογματίζουν μὲ τὴν ἐπενέργεια καὶ ἔμπνευση καὶ ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ἤ τὰ δύο μεγάλα τμήματα αὐτοῦ, τῶν κληρικῶν ἢ τῶν λαϊκῶν ξεχωριστά, ἢ πολὺ λιγώτερο κάποιο ἄτομο ἢ κάποιος ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης ἢ πάπας νὰ δογματίζει ἔγκυρα καὶ αὐθεντικά, διότι αὐτὸ εἶναι ἀποκλειστικὸ δικαίωμα καὶ ἔργο μόνον τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐπισκόπων ποὺ μετέχουν σ᾽ αὐτές, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκφράζουν τὴν πίστη του.
γ΄. Ἡ ὁμοφωνία στίς ἀποφάσεις.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι διατυπώνουν σὲ δογματικοὺς ὅρους τὴν ἀρχαιοπαράδοτη ὀρθόδοξο πίστη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, τὸ ὁποῖο ἀποδεχόμενο τὰ δεδογμένα, ὡς σύμφωνα πρὸς τὴν κοινὴ συνείδηση καὶ πίστη του, ἀναγνωρίζει τὴν οἰκουμενικότητα αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔτσι ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν συμφωνία, καὶ τήν - μὲ ὁμοφωνία καὶ ἀγάπη - ἑνότητα τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἐκ τῆς «consensus Ecclesiae» ὅλων τῶν χρόνων, δηλαδή τήν συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐννοεῖται, ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος πρέπει νὰ νοεῖται μόνον ὡς ἁπλὸ ἐξωτερικὸ γνώρισμα καὶ τεκμήριο καὶ μαρτυρία τοῦ ἀλάθητου τῶν δογμάτων ποὺ ἀποφασίσθηκαν στὶς Συνόδους καὶ τῆς οἰκουμενικότητας αὐτῶν, ἐνῶ οἱ μετέχοντες σὲ αὐτὲς ἐπίσκοποι διατυπώνουν ἀλάθητα τὰ δόγματα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ θεία δικαιοσύνη ὑπὸ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
δ΄. Ἡ συμμετοχή.
Στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους μετεῖχαν μὲ πλήρη δικαιώματα λόγου καί ψήφου μόνον οἱ ἐπίσκοποι, ἤτοι πατριάρχες, ἔξαρχοι, μητροπολίτες, ἁπλοὶ ἐπίσκοποι, παλαιότερα δὲ καὶ χωρεπίσκοποι. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς μποροῦσαν νὰ μετέχουν μὲ δικαίωμα ψήφου καὶ πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι, ἀλλὰ μόνον ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπισκόπων ποὺ κωλύονταν νὰ παραστοῦν αὐτοπροσώπως καὶ νὰ ἐκπροσωπήσουν τὴν περιοχή τους. Ἐπίσης αὐτοί συμμετεῖχαν, χωρὶς δικαίωμα ψήφου, ὡς γραμματεῖς ἢ νοτάριοι ἢ καὶ σὲ ἄλλες βοηθητικὲς ἐργασίες τῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐπισκόπων, τοὺς ὁποίους συνόδευαν καὶ ὑποβοηθοῦσαν μερικὲς φορὲς καὶ στὶς συνοδικὲς συζητήσεις ἢ τέλος, μὲ ἐντολὴ τῶν Συνόδων, συμμετεῖχαν καὶ αὐτοὶ στὴν συζήτηση μὲ τοὺς ἑτερόδοξους καὶ ἀνασκεύαζαν τὶς δοξασίες τους. Τέλος, καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, ἰδίως θεολόγοι καὶ φιλόσοφοι, συμμετεῖχαν στὶς Συνόδους ὡς σύμβουλοι καὶ ἑρμηνευτές, βοηθώντας τους μὲ ποικίλους τρόπους στὸ ἔργο τους.
ε΄. Τό κύρος τῶν ἀποφάσεων.
Μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένες συζητήσεις οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἐξέδιδαν πρῶτον μὲν σύμβολα ἢ ὅρους ἢ τόμους ἢ ὁμολογίες καὶ ἐκθέσεις, ποὺ ἀναφέρονταν στὴν δογματικὴ πίστη, δεύτερον δὲ κανόνες, ποὺ ἀναφέρονταν στὴν διοίκηση, τὴν εὐταξία, τὸ πολίτευμα καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸν βίο τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔπαιρναν θέση ὑποχρεωτικῶν νόμων γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὸ Κράτος.
Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἀποτελοῦν ὅρο σωτηρίας γιά τούς πιστούς, κληρικούς καί λαϊκούς.
Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ὁ Α´, περιβάλλοντας μὲ τὸ κύρος τοῦ νόμου τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὥρισε: «θεσπίζομεν τάξιν νόμων ἐπέχειν τοὺς ἁγίους ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων ἑπτὰ Συνόδων ἐκτεθέντας ἢ βεβαιωθέντας, τῶν γὰρ Συνόδων τὰ δόγματα καθάπερ τὰς θείας Γραφὰς δεχόμεθα, καὶ τοὺς κανόνας ὡς νόμους φυλάττομεν».[1] Βεβαίως, ἔκτοτε ἡ τήρηση τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων ἐξασφαλίζει τὴν ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία. Οἱ πάντες ὀφείλουν νὰ τηροῦν τὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων.
στ΄. Ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.
Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντῖνο, στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἐναντίον τοῦ αἱρεσιάρχου Ἀρείου, ἀπὸ τὶς 20 Μαΐου προκαταρκτικὰ καὶ ἀπὸ τὶς 14 Ἰουνίου ἐπίσημα, μὲ παρουσία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέχρι τὶς 25 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 325. Ἡ Σύνοδος ἀποτελέσθηκε κατὰ μὲν τὴν ἐπικρατοῦσα παράδοση ἀπὸ 318 Πατέρες, κατὰ ἄλλες δὲ ἱστορικὲς μαρτυρίες ἀπό «ἐγγὺς τριακοσίων», ἀπὸ αὐτοὺς δέ, 5 μόνον ἀπὸ τὴν Δύση. Κύριος δὲ σκοπὸς αὐτῆς ἦταν ἡ καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἡ θετικὴ διατύπωση τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, διότι τὴν θεότητα Αὐτοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 318 μ.Χ. ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πρεσβύτερος Ἄρειος.
Τὸ πρῶτο λοιπὸν καὶ κύριο ἔργο τῆς Συνόδου ἦταν ἡ καταδίκη τῶν αἱρετικῶν πλανῶν καὶ κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του, καθὼς καὶ ἡ διακήρυξη τῆς «πίστεως» ἢ τοῦ «συμβόλου» τῆς Νικαίας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ μὲν Σύνοδος καταδίκασε καὶ ἀναθεμάτισε, ὁ δὲ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐξόρισε τοὺς αἱρετικοὺς Ἄρειο, Σεκοῦνδο Πτολεμαΐδος καὶ Θεωνᾶ Μαρμαρικῆς στὴν Ἰλλυρία, ἀργότερα δὲ ἐξορίσθηκαν στὴν Γαλλία καὶ ὁ Νικομηδείας Εὐσέβιος καὶ ὁ Νικαίας Θέογνις, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ δέχονταν τοὺς Ἀρειανούς, ἂν καὶ εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὸ σύμβολο τῆς Νικαίας. Στὴν συνέχεια, ἡ Σύνοδος διευθέτησε καὶ ἄλλα τρία ἐκκλησιαστικὰ σχίσματα, δηλαδή, τὸ Νοβατιανό, τὸ Σαμοσατιανὸ καὶ τὸ Μελιτιανό, καθὼς ἐπίσης τερμάτισε καὶ τὶς ἔριδες γιὰ τὸν χρόνο τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ ὅρισε ὅπως αὐτὸ ἑορτάζεται τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν πρώτη πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπὶ πλέον δέ, ἀπέκρουσε τὴν ἀγαμία τῶν κληρικῶν καὶ μάλιστα τῶν ἐπισκόπων καὶ στὸ τέλος ἐξέδωσε καὶ εἴκοσι ἱεροὺς κανόνες.
Στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἀποδίδει εὐλόγως ἡ ᾽Ορθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία αἰώνιο κύρος, ἀπόλυτη ἀξία καὶ αὐθεντία καὶ καθολικὸ καὶ ὑποχρεωτικὸ χαρακτήρα, θεωροῦσα αὐτὲς ὡς τὰ κυριώτερα γραπτὰ μνημεῖα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ ὡς κανονικοὺς καὶ αὐθεντικοὺς καὶ ἀμετακίνητους γνώμονες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, χρησιμοποιεῖ μόνον αὐτοὺς τοὺς οἰκουμενικοὺς δογματικοὺς ὅρους ὡς κύρια καὶ πρωτεύουσα πηγὴ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της, ἰσόκυρη καὶ ἰσότιµη πρὸς τὴν Ἁγία Γραφή. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία περιέχει τὴν γνήσια Ἱερὰ Παράδοση, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἀποτελοῦν τὶς δύο ἰσόκυρες καὶ ἰσοδύναµες καὶ ἰσοστάσιες πηγὲς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
ζ΄. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου.
Ἡ Σύνοδος εἰδικώτερα:
1. Ἑρμηνεύουσα αὐθεντικῶς τὴν γραπτὴ Παράδοση τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, διεκήρυξε τὴν Μονοθεΐα, ἔτσι ὅπως ὁμολογεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι οἱ πιστοὶ πιστεύουν «εἰς ἕνα Θεόν».
2. Διεκήρυξε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ὁμολογοῦμε καὶ προσκυνοῦμε Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον.
3. Κήρυξε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας τῶν ἀνθρώπων, ὅπως δίδαξε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, διδάσκοντάς μας νὰ ἀπευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸν, ἀποκαλώντας Τον «Πάτερ ἡμῶν» (Κατὰ Ματθαῖον στ΄, 9-13) καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του πρὸς τοὺς Μαθητές Του «ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν» (Ἰωάννου κ΄, 17).
4. Ὁμολόγησε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δημιουργός, προνοητὴς καὶ κυβερνήτης τοῦ κόσμου.
5. Κήρυξε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς πάντων «ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων».
6. Εἰσήγαγε τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» γιὰ τὸ β΄ πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἑρμηνεύοντας αὐθεντικῶς τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος διεκήρυξε ὅτι: «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» (Ἰωάννου ι΄, 30).
7. Διεκήρυξε τὴν προαιώνια ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάννου α΄, 1).
8. Συνόψισε τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ ἑπτὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.
9. Δήλωσε τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας» (Πρὸς Ἑβραίους ιγ΄, 8).
Ἡ Ἐκκλησία, ἐξαιτίας τῆς σημασίας ποὺ ἔχει τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὴν ζωὴ τῶν πιστῶν, ἔκρινε ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὰ Μυστήρια τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ὁμολογία στὴν πίστη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Παραλλήλως, ἐνέταξε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες ποὺ τελοῦνται στὴν θεία λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν καὶ ἀγάπης ἐν Κυρίῳ,
† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος
† Ὁ Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος
† Ὁ Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιὴλ
† Ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης Ἐφραὶμ
† Ὁ Πειραιῶς Σεραφεὶμ
† Ὁ Σύρου, Τήνου, Ἄνδρου, Κέας, Μήλου, Δήλου καὶ Μυκόνου Δωρόθεος
† Ὁ Γρεβενῶν Δαβὶδ
† Ὁ Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς Ἰουστῖνος
† Ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου Στέφανος
† Ὁ Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀθανάσιος
† Ὁ Λήμνου καὶ Ἁγίου Εὐστρατίου Ἱερόθεος
† Ὁ Θεσσαλονίκης Φιλόθεος
Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς
Ἀρχιμ. Ἰωάννης Καραμούζης
[1] Νεαρὰ ρλα´, κεφ. α´, πρβλ. Βασιλικῶν βιβλ. ε´, τίτλ. Γ´, β´.
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΗ ΔΕΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Τὴν Πέμπτη, 29 Μαΐου 2025, στὸν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τελέσθηκε Θεία Λειτουργία καὶ ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπέρ τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καί τῶν σύν αὐτῷ ἀναιρεθέντων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, Κληρικῶν καί Λαϊκῶν, ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης.
Τὸν Σεβασμιώτατο ἐκπροσώπησε ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Ἄνθιμος Κωσταράκης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ προέτρεψε νά διατηροῦμε ἄσβεστη τή μνήμη καί νά δεόμεθα προσευχητικῶς: «ὑπέρ τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν προασπιστῶν τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος.»
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 1700ή ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ Α’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΘΕΟΥ
* * *
Ὕμνον εὐχαριστίας ἀναπέμπομεν τῷ πανσθενουργῷ, παντεπόπτῃ καί παντευεργέτῃ Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι, τῷ ἀξιώσαντι τόν λαόν Αὐτοῦ φθάσαι τήν 1700ήν ἐπέτειον τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς πνευματοκινήτως μαρτυρησάσης περί τῆς γνησίας πίστεως εἰς τόν συνάναρχον τῷ Γεγεννηκότι καί παναληθῶς Αὐτῷ ὁμοούσιον Θεόν Λόγον, «τόν δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα, παθόντα καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς, καί ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς».
Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ ἔκφρασιν τῆς συνοδικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, κορύφωσιν τῆς «ἀρχεγόνου συνοδικότητος» αὐτῆς, ἀρρήκτως συνδεδεμένης μετά τῆς εὐχαριστιακῆς πραγματώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά καί μετά τῆς πρακτικῆς τῆς ἐπί τό αὐτό συνελεύσεως πρός λῆψιν «ὁμοθυμαδόν»[1] ἀποφάσεων ἐπί τρεχόντων θεμάτων. Ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος σηματοδοτεῖ ἐν ταὐτῷ τήν ἀνάδυσιν μιᾶς νέας συνοδικῆς δομῆς, αὐτῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔμελλε νά ἀποβῇ καθοριστική διά τήν πορείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἀξιομνημόνευτον εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἀποτελεῖ «μόνιμον θεσμόν» εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά «ἔκτακτον γεγονός», ἀπάντησιν εἰς μίαν συγκεκριμένην ἀπειλήν κατά τῆς πίστεως, ἀποβλέπουσαν εἰς τήν ἀποκατάστασιν τῆς διαρραγείσης ἑνότητος καί τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας.
Τό ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας συνεκλήθη ὑπό τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος παρηκολούθησε τάς ἐργασίας καί περιέβαλε τά ἀναθέματα αὐτῆς διά τοῦ κύρους κρατικοῦ νόμου, δέν τήν καθιστᾷ «αὐτοκρατορικήν σύνοδον»[2]. Ὑπῆρξεν ἀμιγῶς «ἐκκλησιαστικόν γεγονός», κατά τό ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία, καθοδηγουμένη ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπεφάσισε διά τά τοῦ οἴκου της, ἐνῷ ὁ Αὐτοκράτωρ ἐφήρμοσε τήν ἀρχήν «Ἀπόδοτε οὖν τά Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»[3].
Ἐνώπιον τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης, ἡ Ἐκκλησία διετύπωσε συνοδικῶς τό οὐσιῶδες τῆς διηνεκῶς βιουμένης ἐν αὐτῇ πίστεως. Ὁ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί» προαιώνιος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, «Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», σώζει διά τῆς σαρκώσεώς Του τόν ἄνθρωπον ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου καί διανοίγει εἰς αὐτόν τήν ὁδόν τῆς κατά χάριν θεώσεως. «Αὐτός γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[4]. Τό Σύμβολον τῆς Νικαίας διατρανοῖ τήν βεβαίαν πεποίθησιν ὅτι ἡ σοβοῦσα αἱρετική ἀπόκλισις ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς δυνατότητος σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, δέν εἶναι ἁπλῶς θεωρητική διακήρυξις ἀλλά ὁμολογία πίστεως, ὡς ὅλα τά δογματικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, αὐθεντική διατύπωσις τῆς ζώσης ἐν αὐτῇ καί δι᾿ αὐτῆς ἀληθείας.
Ἰδιαιτέραν θεολογικήν βαρύτητα ἔχει τό γεγονός ὅτι βάσιν τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου «Πιστεύομεν…» ἀποτελεῖ ἕν τοπικόν βαπτιστήριον Σύμβολον ἤ ὁμάς τοιούτων Συμβόλων. Ὡς γνήσιος φορεύς τῆς διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας, ἡ Σύνοδος ἀνακεφαλαιοῖ καί βεβαιοῖ τήν Ἀποστολικήν παρακαταθήκην, τήν ὁποίαν διαφυλάσσουν αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφέρει ὅτι οἱ Συνοδικοί Πατέρες «περί δέ τῆς πίστεως ἔγραψαν οὐκ Ἔδοξεν, ἀλλ᾿, Οὕτως πιστεύει ἡ καθολική Ἐκκλησία· καί εὐθύς ὡμολόγησαν, πῶς πιστεύουσιν, ἵνα δείξωσιν, ὅτι μή νεώτερον, ἀλλ᾿ ἀποστολικόν ἐστιν αὐτῶν τό φρόνημα, καί ἅ ἔγραψαν, οὐκ ἐξ αὐτῶν εὑρέθη, ἀλλά ταῦτ᾿ ἐστίν, ἅπερ ἐδίδαξαν οἱ ἀπόστολοι»[5]. Πεποίθησις τῶν θεοδιδάκτων Πατέρων ἦτο ὅτι οὐδέν προσετέθη εἰς τήν πίστιν τῶν Ἀποστόλων καί ὅτι τό ὄντως οἰκουμενικόν Σύμβολον τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ διακήρυξιν τῆς κοινῆς παραδόσεως τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Συνοδικοί Πατέρες, τούς ὁποίους ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπαξίως τιμᾷ καί ὑμνεῖ ὡς «Ἀποστολικῶν παραδόσεων ἀκριβεῖς φύλακας», ἐχρησιμοποίησαν τόν φιλοσοφικόν ὅρον «οὐσία» (καί τό «ὁμοούσιον») διά τήν ἔκφρασιν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἰς τήν θεότητα τοῦ Λόγου, τήν ὁποίαν ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος, καί μετ᾿ αὐτῆς τό ὅλον μυστήριον τῆς πανσωστικῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας, ἐμπλακείς εἰς ἑλληνιστικά νοητικά σχήματα καί ἀπωθήσας τόν «Θεόν τῶν Πατέρων» ἐν ὀνόματι τοῦ «Θεοῦ τῶν φιλοσόφων».
Ἕτερον κεφαλαιῶδες ζήτημα, τό ὁποῖον ἐκλήθη νά ἐπιλύσῃ ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας, πρός ἐνίσχυσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἐν τῇ λειτουργικῇ πράξει, ἦτο τό «πότε καί πῶς δεῖ ἡμᾶς τήν τοῦ Πάσχα ἑορτήν ἐκτελεῖν». Ἡ 1700ή ἐπέτειος τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐπανέφερεν εἰς τήν ἐπικαιρότητα τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία εὔχεται ὅπως οἱ ὅπου γῆς Χριστιανοί ἐπανέλθουν, συμφώνως πρός τάς προσταγάς τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, εἰς τόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα κατά κοινήν ἡμέραν, ὡς εὐτυχεῖ συγκυρίᾳ, συνέβη κατά τό τρέχον ἔτος. Ἡ ἀπόφασις αὕτη θά λειτουργήσῃ ὡς ἔνδειξις καί σύμβολον γνησίας προόδου εἰς τόν ἀγῶνα οἰκουμενικῆς συμπορεύσεως καί ὁμονοήσεως διά μέσου τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καί τοῦ «διαλόγου τῆς ζωῆς», ὡς ἁπτή μαρτυρία περί τοῦ ἐμπράκτου σεβασμοῦ τῶν κεκτημένων τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπίτευξις τοῦ στόχου αὐτοῦ, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἐφετεινῆς ἐπετείου, ὑπῆρξε κοινόν ὅραμα τοῦ ἀειμνήστου Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καί τῆς ἡμετέρας Μετριότητος. Ἡ ἐκδημία αὐτοῦ, τήν ἐπαύριον τοῦ παγχριστιανικῶς ἑορτασθέντος Πάσχα, ἐπιτείνει τήν κοινήν εὐθύνην, ὅπως συνεχίσωμεν ἀταλαντεύτως πρός τήν αὐτήν κατεύθυνσιν.
Σπουδαῖον ὑπῆρξεν ἐπίσης τό νομοκανονικόν ἔργον τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, διά τοῦ ὁποίου ἀποτυποῦται καί ἐπικυροῦται συνοδικῶς τό διαχρονικόν κανονικόν συνειδός τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰς τό ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ ἀπαρχαί τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος καί τῆς ἀναδείξεως τοῦ κύρους, τῆς ἐξεχούσης θέσεως καί τῆς διηυρυμένης εὐθύνης ὡρισμένων Θρόνων, ἐκ τῶν ὁποίων διεμορφώθη προοδευτικῶς τό σύστημα τῆς Πενταρχίας. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ κανονική παρακαταθήκη τῆς Νικαίας εἶναι κοινή κληρονομία ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἡ ἐφετεινή ἐπέτειος καλεῖται νά λειτουργήσῃ ὡς προσκλητήριον δι᾿ ἐπιστροφήν εἰς τάς πηγάς, εἰς τά πρωταρχικά κανονικά θεσπίσματα τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας.
Ἐγγυητής τῶν θεσπισμάτων τῆς Νικαίας ἀνεδείχθη διαχρονικῶς ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτό τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐξεφράσθη καί διά τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου ἐπί τῇ 1600ῇ ἐπετείῳ τῆς Συνόδου[6], «τῆς πρώτης τῶν Οἰκουμενικῶν καί μεγίστης ὡς ἀληθῶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ εἰλημμένη ἀπόφασις, ὅπως ἡ ἐπέτειος ἑορτασθῇ «πανηγυρικῶς καί δή ἀπό κοινοῦ, εἰ δυνατόν, ὑπό πασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, εἰς ἐκδήλωσιν πάνδημον τῆς πιστῆς καί σήμερον τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐμμονῆς τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῇ διδασκαλίᾳ καί τῷ πνεύματι τῆς Συνόδου ἐκείνης, ἥτις ὅπως ἐξ ἑνός τήν μίαν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφάνσεως αὐτῆς ἐστερέωσε καί ἐσφράγισεν, οὕτως ἐξ ἄλλου καί τήν ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς συγκροτήσεως διά τῆς ἀπό πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς παρουσίας ἀντιπροσώπων περιλάμπρως παρέστησεν», δυστυχῶς δέν κατέστη δυνατόν νά πραγματοποιηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καί τῆς χηρείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Τήν 19ην Ἰουλίου 1925, πρώτην Κυριακήν μετά τήν ἐνθρόνισιν τοῦ Πατριάρχου Βασιλείου Γ’, ἐξεπληρώθη ἡ «καθυστερήσασα ὀφειλή» διά τῆς τελέσεως «εἰδικῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Λειτουργίας» ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ. Ἰδιαιτέραν ἐκκλησιολογικήν σημασίαν ἔχει τό γεγονός ὅτι εἰς τήν Ἐγκύκλιον τονίζεται ἡ ἀξία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ ἑορτασμοῦ ταύτης τῆς «μεγάλης διά πᾶσαν τήν Χριστιανοσύνην» ἐπετείου ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «ἀμεσωτέραν πρός τήν ἑορτήν ταύτην ἐχούσης τήν σχέσιν καί τήν ὀφειλήν».
Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ σταθμόν εἰς τήν διαμόρφωσιν τῆς δογματικῆς ταυτότητος καί τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, παρέμεινε δέ τό πρότυπον διά τήν ἀντιμετώπισιν προβλημάτων πίστεως καί κανονικῆς τάξεως ἐπί οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου. Ἡ 1700ή ἐπέτειος ἀπό τῆς πραγματοποιήσεώς της ὑπενθυμίζει εἰς τήν Χριστιανοσύνην τάς παραδοχάς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τήν ἀξίαν τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος κατά τῶν παρανοήσεων τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τήν ἀποστολήν τῶν πιστῶν, ὅπως συμβάλλουν εἰς τόν πολλαπλασιασμόν τῶν «καλῶν καρπῶν» τῆς ἐν Χριστῷ, κατά Χριστόν καί εἰς Χριστόν ζωῆς ἐν τῶ κόσμῳ.
Καλούμεθα σήμερον νά ἀναδείξωμεν τό διαχρονικόν μήνυμα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τάς σωτηριολογικάς διαστάσεις καί τάς ἀνθρωπολογικάς συνεπείας τοῦ «ὁμοουσίου», τῆς ἀρρήκτου συνδέσεως τῆς Χριστολογίας μετά τῆς ἀνθρωπολογίας, εἰς μίαν ἐποχήν ἀνθρωπολογικῆς συγχύσεως καί ἐντόνων προσπαθειῶν ἀναδείξεως τοῦ «μετανθρώπου» ὡς τοῦ ἀνοικτοῦ ὁρίζοντος καί τῆς αὐτοαποθεωτικῆς προοπτικῆς τῆς ἀνθρωπίνης ἐξελίξεως, τῇ συμβολῇ τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας. Ἡ ἀρχή τῆς «θεανθρωπινότητος» ἀποτελεῖ τήν ἀπάντησιν εἰς τήν ἀδιέξοδον ὀπτασίαν τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ». Ἡ ἀναφορά εἰς τό «πνεῦμα τῆς Νικαίας» ἀποτελεῖ πρόσκλησιν ὅπως στραφῶμεν εἰς τά οὐσιώδη τῆς πίστεώς μας, πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος καί Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ πλήρης καί τελεία ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας περί τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ ἐμέ ἑωρακώς, ἑώρακε τόν πατέρα μου»[7]. Ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Λόγος ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος», ὡς γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον, καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[8]. Αὐτήν τήν Ἀλήθειαν ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ κόσμῳ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀπό αὐτήν τρέφεται, αὐτήν διακονεῖ. Φοροῦσα τόν χιτῶνα τῆς Ἀληθείας, «τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας», ἀεί ὀρθοτομεῖ καί δοξάζει «τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον», εὐαγγελιζομένη τόν λόγον τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλπίδος, προσβλέπουσα πρός τήν «ἀνέσπερον καί ἀδιάδοχον καί ἀτελεύτητον ἡμέραν»[9], τήν ἐρχομένην αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἔργον τῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῆς σωτηριολογικῆς διαστάσεως τῶν δογμάτων καί ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν δι᾿ ὑπαρξιακῶν ὅρων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ, ὁμοῦ μετά τῆς μετοχῆς εἰς τό ἐκκλησιαστικόν γεγονός, εὐαισθησίαν καί γνήσιον ἐνδιαφέρον διά τόν ἄνθρωπον καί τάς περιπετείας τῆς ἐλευθερίας του. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ διατράνωσις τῆς πίστεως εἰς τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον ὀφείλει ὅπως συνοδεύηται ὑπό τῆς ἐμπράκτου ἀνταποκρίσεως ἡμῶν εἰς τόν σωτήριον λόγον Αὐτοῦ: «αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς»[10].
Μεμνημένοι τοίνυν τῶν ἀφάτων δωρεῶν, ὧν ἐποίησε καί ποιεῖ πάσῃ τῇ κτίσει, ἀκαταπαύστως δοξολογοῦμεν τό ὑπεράγιον καί ὑπέρλαμπρον ὄνομα τοῦ Κυρίου τῶν ὅλων καί Θεοῦ τῆς ἀγάπης, δι᾿ Οὗ τόν Πατέρα ἐγνώκαμεν καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ. Ἀμήν!
Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ‚βκε´, κατά μῆνα Ἰούνιον (α´)
Ἐπινεμήσεως Γ´
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος ἐν Χριστῷ εὐχέτης.
+ ὁ Κολωνείας Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Μακάριος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου Ἀνδρέας ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Βελγίου Ἀθηναγόρας ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας Παΐσιος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Ἀτλάντας Σεβαστιανός ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Κυδωνιῶν Ἀθηναγόρας ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Αὐστραλίας Μακάριος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Ἑλβετίας Μάξιμος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Ἰρλανδίας Ἰάκωβος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
+ ὁ Μεξικοῦ Ἰάκωβος ἐν Χριστῷ εὐχέτης
Ὅτι ἀκριβές ἀντίγραφον.
Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 27ῃ Μαΐου 2025
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου
____________
1. Πράξ. β’, 1.
2. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, Ἔργα Α’. Ἐκκλησιολογικά Μελετήματα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2016, σ. 675-6.
3. Ματθ. κβ’, 21.
4.Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, PG 25, 192.
5. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας, καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, PG 26, 688.
6. Κ.Π.Α. κῶδιξ Α’ 94, 10 Αὐγούστου 1925, σ. 102-3.
7. Ἰωάν. ιδ’, 9.
8. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 680.
9. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Εἰς τήν Ἐξαήμερον, PG 29, 52.
10. Ἰωάν. ιε’, 12.
ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟ 1453
Ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας, μὲ ἀφορμή τὴν ἐπέτειο τῆς Ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, πραγματοποίησε τὴν Τετάρτη, 28 Μαΐου ἐ.ἒ., στὸ Ἀμφιθέατρο τοῦ Μουσικοῦ Σχολείου Κομοτηνῆς, μουσικοχορευτική ἐκδήλωση Μνήμης μὲ τίτλο : «Τείχη ἑάλωκαν, Πόλιν οὐχί».
Ἡ Χορωδία τοῦ Γραφείου Ἐσωτερικῆς καὶ Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μὲ Χοράρχη τὸν κ. Γεώργιο Πενέτη καὶ σὲ συνεργασία μέ τήν Χορωδία Ἰάσμου, τόν Μορφωτικό Σύλλογο τῶν ἐν Θράκῃ διαβιούντων Σαρακατσάνων, τήν Χορωδία τοῦ Μουσικοῦ Σχολείου Κομοτηνῆς καὶ τήν Χορωδία 1ου Γυμνασίου Κομοτηνῆς, ἀπέδωσαν ὕμνους καὶ τραγούδια καὶ ἀπήγγειλαν ἀναγνώσματα σχετικά μὲ τὴν ἀποφράδα αὐτήν ἡμέρα, κατά τὴν ὁποία ἡ Πόλη τῶν Ἁγίων, τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ τῶν θρύλων, πέρασε στοὺς Ὀθωμανούς κατακτητές.
Ἡ ὀφειλόμενη τιμή πρός τὸν τελευταῖο Βυζαντινό Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, τὸν Παλαιολόγο καί τοὺς σύν αὐτῷ ἀναιρεθέντες πατέρες καί ἀδελφούς μας, Κληρικούς καί Λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι θυσιάστηκαν ὑπερασπιζόμενοι τὰ Ἱερά καὶ τὰ Ὅσια τοῦ Γένους μας, ἀποτέλεῖ ἱερό καθήκον ὅλων μας.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
Πέμπτη, 29-05-2025 :
Ὥρα 07:00. Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἱερουργήσει στὸν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Ἀετοκορυφῆς.
Σάββατο, 31-05-2025 :
Ὁ Σεβασμιώτατος, εὐγενῶς προσκληθεῖς ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως κ. Νικολάου, θὰ μεταβεῖ στὴν Φιλιππούπολη καὶ θὰ μετέχει στὸ Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο καὶ στὶς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἐρμείου, ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, μαθητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ἐπί τῆ συμπληρώσει 1700 ἐτῶν ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Κυριακή, 01-06-2025 :
Ὥρα 07:00. Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἱερουργήσει στὸν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καὶ θὰ προστεῖ τῆς ἐπιμνημοσύνου δεήσεως ὑπέρ τῶν πεσόντων στὴ Μάχη τῆς Κρήτης.
Δευτέρα, 02-06-2025 :
Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ συμμετέχει στὶς ἐργασίες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπί ἐπί τῆ συμπληρώσει 1700 ἐτῶν ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 01-6-2025 «Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ»
«Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ»
Συνήθως ὅταν ἀκοῦμε νά γίνεται λόγος γιά τήν «αἰώνιον ζωήν», πολλοί σκεπτόμαστε ὅτι αὐτή ἀρχίζει μετά θάνατον. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ «αἰώνιος ζωή» ἀρχίζει ἤδη ἀπ’ αὐτή τή ζωή. Ἀρχίζει ἀπό τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό τήν ἀνάστασή Του. Καί σ' αὐτή μετέχουμε, ὅταν συσταυρούμεθα καί συνανιστάμεθα μαζί Του. Ἡ συμμετοχή μας στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι μετοχή στήν «αἰώνιο ζωή». Πολλές φορές, μέσα στήν ἔνταση τῆς καθημερινῆς βιοπάλης, αὐτές οἱ μεγάλες ἀλήθειες ἀδυνατίζουν καθώς δέ σκεπτόμαστε πόσο ἔντονα τό κακό μας μαγνητίζει πρός τά κάτω, διερωτώμεθα: Μπορεῖ νά βρισκόμαστε ἤδη ἀπό τό βάπτισμά μας στήν «αἰώνιον ζωήν»; Ἔχει ἀρχίσει καί γιά μᾶς αὐτή ἡ ζωή; Ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική προσευχή Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἴνα γινώσκωσι σέ τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Ποῦ σημαίνει ὅτι ἡ «αἰώνιος ζωή» συνίσταται σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τή γνώση, σ’ αὐτή τήν οὐσιαστική, βαθειά ἐμπειρία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτῆρος, τόν ὁποῖον ἀπέστειλε Ἐκεῖνος. Ἡ «γνώση» στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Χριστός δέν σημαίνει ἰδέες ἀόριστες, λόγια, πού ἀπομνημονεύουμε καί ἀπαγγέλλουμε, πολλές φορές μηχανικά. Πρόκειται γιά μία ἄλλη «γνώση», διαφορετικῆς ποιότητος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἔζησε ὅσο ἐλάχιστοι αὐτή τήν βαθειά ἐμπειρία τῆς «αἰωνίου ζωῆς», ζῶντας ἐν Χριστῷ, σημειώνει μέ ἔντονο τρόπο: «Τοῦ γνῶναι αὐτόν καί τήν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καί τήν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτω αὐτοῦ». Εἰδικά ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ γνώση τοῦ νοῦ, ἡ γνώση τῆς διάνοιας, ἡ γνώση τῶν σοφῶν, ἄλλ’ εἶναι μία γνώση βιωματική, πού ἀποκτᾶται, ὅταν ἀποδεχόμαστε τή θυσία Του, ὅταν συμμορφωνόμαστε μέ τό θέλημά Του, ὅταν ἀνταποκρινόμαστε στήν ἀγάπη Του. Πρόκειται γιά μετοχή σέ μία προσωπική κοινωνία μέ τόν Θεό τῆς ἀγάπης. Αὐτή τή γνώση δέν κατορθώνουμε νά τήν ἀποκτήσουμε μέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο μέ τήν οὐσιαστική, βιωματική προσέγγισή μας στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς τήν ἐξασφαλίζει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σκέψη ὅμως περί αἰωνίου ζωῆς δέν σημαίνει φυγή ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, ἀπό τά προβλήματα καί τίς δυσκολίες πού ἐπιφυλάσσει γιά τόν καθένα μας ἡ γήινη πραγματικότητα. Ἀντίθετα σημαίνει μιά διάθεση ρεαλισμοῦ, γιά νά ζήσουμε σωστά τό ἐδῶ καί τό τώρα, μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες πού τιμοῦμε σήμερα, μᾶς δείχνουν τόν δρόμο.
Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΔΕΝΔΡΟΦΥΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΙΡΚΗ
Τὸ Σάββατο 24 Μαΐου ἐ. ἒ., μὲ ἀφορμὴ τὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Περιβάλλοντος & τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἑβδομάδα Ψυχικῆς Ὑγείας, στὸ πλαίσιο μιᾶς κοινῆς πρωτοβουλίας γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς περιβαλλοντικῆς εὐαισθητοποίησης καὶ τῆς συνεργασίας μεταξὺ φορέων καὶ πολιτῶν ὁ Σεβασμιώτατος παρέστη στὴν ἐκδήλωση συμβολικῆς δενδροφύτευσης στὴν Κίρκη, ἡ ὁποία προσφάτως δοκιμάστηκε ἀπό καταστροφικές πυρκαϊές.
Ἡ δράση ὑλοποιήθηκε μὲ τὴ συνεργασία καὶ τή στήριξη τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου Κίρκης Δήμου Ἀλεξανδρούπολης, τῆς Διεύθυνσης Δασῶν Ν. Ἕβρου, τοῦ Παιδικοῦ Χωριοῦ SOS Θράκης, τῆς Ἐταιρίας Κοινωνικῆς Ψυχιατρικῆς «Π. Σακελλαρόπουλος» καί τοῦ Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων τοῦ Νηπιαγωγείου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Ἁπαλοῦ.
Ὁ Σεβασμιώτατος ἀνέφερε ὅτι ἡ δενδροφύτευση προσφέρει ζωὴ στὸν τόπο μας καί συνάμα ἀποτελεῖ ἀπόδειξη βιωματικῆς μάθησης, ποὺ ὠφελεῖ πολλαπλά ὃλους μας καί κυρίως τοὺς νέους, καθὼς ἀναδεικνύεται ἡ σημασία τῆς ζωογόνου φύσης καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας της.
ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ
Τήν Τρίτη, 27η Μαΐου ἐ.ἒ., ὁ Σεβασμιώτατος τέλεσε Ἑσπερινή Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καί ἀνέπεμψε δέηση ὑπέρ τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς ἐνδυναμώσεως τῶν διαγωνιζομένων μαθητῶν στὶς Πανελλαδικές καί προαγωγικές ἐξετάσεις τους.
Ὁ Σεβασμιώτατος ἀπευθυνόμενος στούς νέους, τούς ἐμψύχωσε καί τούς εὐλόγησε, ἐνῶ μαζί μέ τό ἀντίδωρο τούς διένειμε γραφίδα ὡς εὐλογία.
Η ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ
Τήν Κυριακή 25η Μαΐου ἒ.ἐ., ἐπί τῇ Ἡμέρᾳ μνήμης τῆς Γενοκτονίας τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ Σεβασμιώτατος ἱερούργησε στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καί ἐτέλεσε Μνημόσυνο. Ἐν συνεχείᾳ, ἀνέπεμψε Ἐπιμνημόσυνη Δέηση ἒμπροσθεν τοῦ Ἀνδριάντος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, τοῦ Τραπεζουντίου, ὃπου καί πραγματοποιήθηκε Τελετή Κατάθεσης Στεφάνων.
Warning: count(): Parameter must be an array or an object that implements Countable in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/ja_wall_blog/user.php on line 266











