Notice: Only variables should be assigned by reference in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/ja_wall_blog/user.php on line 15

immk

 

Αὐτή τήν ἑβδομάδα, τά παιδιά τῶν Βρεφονηπιακῶν Σταθμῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μέ τή βοήθεια τῶν ἀγαπημένων τους δασκάλων, ἒπαιξαν διάφορα παιχνίδια ἐνισχύοντας ἒτσι τό πνεῦμα τῆς ὁμαδικότητας καί δημιουργικότητάς τους.

 

Πρὸς τὸ Χρι­στε­πώ­νυ­μο Πλή­ρω­μα

τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος

Θέμα: «Περὶ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»

Τέ­κνα ἐν Κυ­ρίῳ ἀ­γα­πητά,

Τὴν ἑ­βδό­μη Κυ­ρι­α­κὴ ἀ­πὸ τὸ Πά­σχα ἑ­ορ­τά­ζου­με καὶ τι­μᾶ­με τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Κα­τὰ τὸ δι­α­νυ­ό­με­νο ἔ­τος 2025 συμ­πλη­ρώ­νον­ται 1.700 ἔ­τη ἀ­πὸ τὸ ἔ­τος 325 μ.Χ., ποὺ συ­νε­κλή­θη ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος στὴν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας. Μ’ αὐ­τὴ τὴν εὐ­και­ρί­α ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὶς ἀ­πο­φά­σεις της καὶ ἂς ἐμ­βα­θύ­νου­με στὴν ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χει γι­ὰ τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

α΄. Ἡ θεί­α βού­λη­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σῳ τῶν Συ­νό­δων. 

Ἡ ἀρ­χὴ τῶν Συ­νό­δων ἀ­νά­γε­ται ἀρ­χι­κὰ στὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δο ποὺ συγ­κρο­τή­θη­κε στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα τὸ ἔ­τος 48 μ.Χ. (Πρά­ξε­ων 15, 6 καὶ ἑ­ξῆς).

Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δο οἱ Σύ­νο­δοι ἀ­πο­τε­λοῦν θε­σμὸ ἀ­πο­στο­λι­κό, μὲ θεῖ­ο κύ­ρος καὶ ἀ­πο­φαί­νον­ται πε­ρὶ πί­στε­ως ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξέ­φρα­ζαν οἱ Πα­τέ­ρες ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν, ὅ­πως δη­λώ­νε­ται μὲ τὸ ἀ­πο­στο­λι­κό «ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καὶ ἡ­μῖν». Καὶ κα­τὰ τὸν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο (PG 20, 1080) «Πᾶν γὰρ ὅ,τι δ᾽ ἂν ἐν τοῖς ἁ­γί­οις τῶν ἐ­πι­σκό­πων συ­νε­δρί­οις πράτ­τη­ται, τοῦ­το πρὸς τὴν θεί­αν βού­λη­σιν ἔ­χει τὴν ἀ­να­φο­ράν». Δη­λα­δή, κά­θε τι ποὺ πράτ­τε­ται στὶς ἅ­γι­ες Συ­νό­δους τῶν ἐ­πι­σκό­πων, αὐ­τὸ ἔ­χει τὴν ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς τὴν θεί­α βού­λη­ση. 

β΄. Τὸ ἀ­λά­θη­τον τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Συ­νό­δων.

Τὸ πλή­ρω­μα ἢ τὸ ὅ­λον ἢ τὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ τὸ συ­να­πο­τε­λοῦν ὅ­λοι οἱ κλη­ρι­κοὶ καὶ λα­ϊ­κοὶ ποὺ πι­στεύ­ουν ὀρ­θό­δο­ξα, λο­γί­ζε­ται στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὡς φο­ρέ­ας τοῦ ἀ­λά­θη­του τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­νῶ ὡς φω­νὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ὄρ­γα­νο ἐκ­φρά­σε­ως τοῦ ἀ­λά­θη­του αὐ­τῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­νώ­τα­τη δι­οι­κη­τι­κὴ ἀρ­χή της, δη­λα­δὴ ἡ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος, στὴν ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ τοὺς ἐ­πι­σκό­πους του, ποὺ δογ­μα­τί­ζουν μὲ τὴν ἐ­πε­νέρ­γει­α καὶ ἔμ­πνευ­ση καὶ ἐ­πι­στα­σί­α τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Δὲν μπο­ρεῖ λοι­πὸν τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ πλή­ρω­μα ἤ τὰ δύ­ο με­γά­λα τμή­μα­τα αὐ­τοῦ, τῶν κλη­ρι­κῶν ἢ τῶν λα­ϊ­κῶν ξε­χω­ρι­στά, ἢ πο­λὺ λι­γώ­τε­ρο κά­ποι­ο ἄ­το­μο ἢ κά­ποι­ος ἐ­πί­σκο­πος ἢ πα­τρι­άρ­χης ἢ πά­πας νὰ δογ­μα­τί­ζει ἔγ­κυ­ρα καὶ αὐ­θεν­τι­κά, δι­ό­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὸ δι­καί­ω­μα καὶ ἔρ­γο μό­νον τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καὶ τῶν ἐ­πι­σκό­πων ποὺ με­τέ­χουν σ᾽ αὐ­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ἐκ­φρά­ζουν τὴν πί­στη του.

γ΄. Ἡ ὁ­μο­φω­νί­α στίς ἀ­πο­φά­σεις.

Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο οἱ Οἰ­κου­με­νι­κὲς Σύ­νο­δοι δι­α­τυ­πώ­νουν σὲ δογ­μα­τι­κοὺς ὅ­ρους τὴν ἀρ­χαι­ο­πα­ρά­δο­τη ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πλη­ρώ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­δε­χό­με­νο τὰ δε­δογ­μέ­να, ὡς σύμ­φω­να πρὸς τὴν κοι­νὴ συ­νεί­δη­ση καὶ πί­στη του, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα αὐ­τῶν, ἡ ὁ­ποί­α ἔτ­σι ἐξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν συμ­φω­νί­α, καὶ τήν - μὲ ὁ­μο­φω­νί­α καὶ ἀγά­πη - ἑ­νό­τη­τα τοῦ ὅ­λου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἢ ἐκ τῆς «con­s­e­n­s­us E­c­c­l­e­s­i­ae» ὅ­λων τῶν χρό­νων, δη­λα­δή τήν συμ­φω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐν­νο­εῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πλη­ρώ­μα­τος πρέ­πει νὰ νο­εῖ­ται μό­νον ὡς ἁ­πλὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γνώ­ρι­σμα καὶ τε­κμή­ρι­ο καὶ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ ἀλά­θη­του τῶν δογ­μά­των ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σθη­καν στὶς Συ­νό­δους καὶ τῆς οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τας αὐ­τῶν, ἐ­νῶ οἱ με­τέ­χον­τες σὲ αὐ­τὲς ἐπί­σκο­ποι δι­α­τυ­πώ­νουν ἀ­λά­θη­τα τὰ δόγ­μα­τα ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ θεί­α δι­και­ο­σύ­νη ὑ­πὸ τὴν ἔμ­πνευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

δ΄. Ἡ συμ­με­το­χή.

Στὶς Οἰ­κου­με­νι­κὲς Συ­νό­δους με­τεῖ­χαν μὲ πλή­ρη δι­και­ώ­μα­τα λό­γου καί ψή­φου μό­νον οἱ ἐ­πί­σκο­ποι, ἤ­τοι πα­τρι­άρ­χες, ἔξαρ­χοι, μη­τρο­πο­λί­τες, ἁ­πλοὶ ἐ­πί­σκο­ποι, πα­λαι­ό­τε­ρα δὲ καὶ χω­ρε­πί­σκο­ποι. Μα­ζὶ μὲ αὐ­τοὺς μπο­ροῦ­σαν νὰ με­τέ­χουν μὲ δι­καί­ω­μα ψή­φου καὶ πρε­σβύ­τε­ροι καὶ δι­ά­κο­νοι, ἀλ­λὰ μό­νον ὡς ἀν­τι­πρό­σω­ποι τῶν ἐ­πι­σκό­πων ποὺ κω­λύ­ον­ταν νὰ πα­ρα­στοῦν αὐ­το­προ­σώ­πως καὶ νὰ ἐκ­προ­σω­πή­σουν τὴν πε­ρι­ο­χή τους. Ἐ­πί­σης αὐ­τοί συμ­με­τεῖ­χαν, χω­ρὶς δι­καί­ω­μα ψή­φου, ὡς γραμ­μα­τεῖς ἢ νο­τά­ρι­οι ἢ καὶ σὲ ἄλ­λες βο­η­θη­τι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες τῶν Συ­νό­δων καὶ τῶν ἐ­πι­σκό­πων, τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νό­δευ­αν καὶ ὑ­πο­βο­η­θοῦ­σαν με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ στὶς συ­νο­δι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἢ τέ­λος, μὲ ἐν­το­λὴ τῶν Συ­νό­δων, συμ­με­τεῖ­χαν καὶ αὐ­τοὶ στὴν συ­ζή­τη­ση μὲ τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους καὶ ἀ­να­σκεύ­α­ζαν τὶς δο­ξα­σί­ες τους. Τέ­λος, καὶ μο­να­χοὶ καὶ λα­ϊ­κοί, ἰ­δί­ως θε­ο­λό­γοι καὶ φι­λό­σο­φοι, συμ­με­τεῖ­χαν στὶς Συ­νό­δους ὡς σύμ­βου­λοι καὶ ἑρ­μη­νευ­τές, βο­η­θών­τας τους μὲ ποι­κί­λους τρό­πους στὸ ἔρ­γο τους.

ε΄. Τό κύ­ρος τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων.

Με­τὰ ἀ­πὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νες συ­ζη­τή­σεις οἱ Οἰ­κου­με­νι­κὲς Σύ­νο­δοι ἐ­ξέ­δι­δαν πρῶ­τον μὲν σύμ­βο­λα ἢ ὅ­ρους ἢ τό­μους ἢ ὁ­μο­λο­γί­ες καὶ ἐκ­θέ­σεις, ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὴν δογ­μα­τι­κὴ πί­στη, δεύ­τε­ρον δὲ κα­νό­νες, ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὴν δι­οί­κη­ση, τὴν εὐ­τα­ξί­α, τὸ πο­λί­τευ­μα καὶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν βί­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἔ­παιρ­ναν θέ­ση ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῶν νό­μων γι­ὰ τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ γι­ὰ τὸ Κρά­τος.

Οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων ἀ­πο­τε­λοῦν ὅ­ρο σω­τη­ρί­ας γι­ά τούς πι­στούς, κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς.

Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­ου­στι­νι­α­νὸς ὁ Α´, πε­ρι­βάλ­λον­τας μὲ τὸ κύ­ρος τοῦ νό­μου τὶς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὥρι­σε: «θε­σπί­ζο­μεν τά­ξιν νό­μων ἐ­πέ­χειν τοὺς ἁ­γί­ους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὺς κα­νό­νας, τοὺς ὑ­πὸ τῶν ἁ­γί­ων ἑ­πτὰ Συ­νό­δων ἐ­κτε­θέν­τας ἢ βε­βαι­ω­θέν­τας, τῶν γὰρ Συ­νό­δων τὰ δόγ­μα­τα κα­θά­περ τὰς θεί­ας Γρα­φὰς δε­χό­με­θα, καὶ τοὺς κα­νό­νας ὡς νό­μους φυ­λάτ­το­μεν».[1] Βε­βαί­ως, ἔ­κτο­τε ἡ τή­ρη­ση τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Συ­νό­δων ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τὴν ἔν­τα­ξη στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Οἱ πάν­τες ὀ­φεί­λουν νὰ τη­ροῦν τὶς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων.

στ΄. Ἡ  Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος.

Ἡ Α´ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος συγ­κλή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, στὴν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας, ἐ­ναν­τί­ον τοῦ αἱ­ρε­σι­άρ­χου Ἀ­ρεί­ου, ἀ­πὸ τὶς 20 Μα­ΐ­ου προ­κα­ταρ­κτι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς 14 Ἰ­ου­νί­ου ἐ­πί­ση­μα, μὲ πα­ρου­σί­α τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, μέ­χρι τὶς 25 Αὐ­γού­στου τοῦ ἔ­τους 325. Ἡ Σύ­νο­δος ἀ­πο­τε­λέ­σθη­κε κα­τὰ μὲν τὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ 318 Πα­τέ­ρες, κα­τὰ ἄλ­λες δὲ ἱ­στο­ρι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­πό «ἐγ­γὺς τρι­α­κο­σί­ων», ἀ­πὸ αὐ­τοὺς δέ, 5 μό­νον ἀ­πὸ τὴν Δύ­ση. Κύ­ρι­ος δὲ σκο­πὸς αὐ­τῆς ἦ­ταν ἡ κα­τα­δί­κη τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ καὶ ἡ θε­τι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας γι­ὰ τὸ δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, δι­ό­τι τὴν θε­ό­τη­τα Αὐ­τοῦ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ ἀ­πὸ τοῦ ἔ­τους 318 μ.Χ. ὁ ἐν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ᾳ πρε­σβύ­τε­ρος Ἄ­ρει­ος.

Τὸ πρῶ­το λοι­πὸν καὶ κύ­ρι­ο ἔρ­γο τῆς Συ­νό­δου ἦ­ταν ἡ κα­τα­δί­κη τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν πλα­νῶν καὶ κα­κο­δο­ξι­ῶν τοῦ Ἀ­ρεί­ου καὶ τῶν ὀ­πα­δῶν του, κα­θὼς καὶ ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς «πί­στε­ως» ἢ τοῦ «συμ­βό­λου» τῆς Νι­καί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο,  ἡ μὲν Σύ­νο­δος κα­τα­δί­κα­σε καὶ ἀ­να­θε­μά­τι­σε, ὁ δὲ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἐ­ξό­ρι­σε τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς Ἄ­ρει­ο, Σε­κοῦν­δο Πτο­λε­μα­ΐ­δος καὶ Θε­ω­νᾶ Μαρ­μα­ρι­κῆς στὴν Ἰλ­λυ­ρί­α, ἀρ­γό­τε­ρα δὲ ἐ­ξο­ρί­σθη­καν στὴν Γαλ­λί­α καὶ ὁ Νι­κο­μη­δεί­ας Εὐ­σέ­βι­ος καὶ ὁ Νι­καί­ας Θέ­ο­γνις, ἐπει­δὴ ἀρ­νή­θη­καν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σουν τὴν κα­τα­δί­κη τοῦ Ἀ­ρεί­ου καὶ δέ­χον­ταν τοὺς Ἀ­ρει­α­νούς, ἂν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­δε­χθεῖ τὸ σύμ­βο­λο τῆς Νι­καί­ας. Στὴν συ­νέ­χει­α, ἡ Σύ­νο­δος δι­ευ­θέ­τη­σε καὶ ἄλ­λα τρί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ σχί­σμα­τα, δη­λα­δή, τὸ Νο­βα­τι­α­νό, τὸ Σα­μο­σα­τι­α­νὸ καὶ τὸ Με­λι­τι­α­νό, κα­θὼς ἐ­πί­σης τερ­μά­τι­σε καὶ τὶς ἔ­ρι­δες γι­ὰ τὸν χρό­νο τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Πά­σχα καὶ ὅ­ρι­σε ὅ­πως αὐ­τὸ ἑ­ορ­τά­ζε­ται τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ με­τὰ τὴν πρώ­τη παν­σέ­λη­νο τῆς ἐ­α­ρι­νῆς ἰ­ση­με­ρί­ας. Ἐ­πὶ πλέ­ον δέ, ἀ­πέ­κρου­σε τὴν ἀ­γα­μί­α τῶν κλη­ρι­κῶν καὶ μά­λι­στα τῶν ἐ­πι­σκό­πων καὶ στὸ τέ­λος ἐ­ξέ­δω­σε καὶ εἴ­κο­σι ἱ­ε­ροὺς κα­νό­νες.

Στὶς δογ­μα­τι­κὲς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων ἀ­πο­δί­δει εὐ­λό­γως ἡ ᾽Ορ­θό­δο­ξος Κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α αἰ­ώ­νι­ο κύ­ρος, ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ξί­α καὶ αὐ­θεν­τί­α καὶ κα­θο­λι­κὸ καὶ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, θε­ω­ροῦ­σα αὐ­τὲς ὡς τὰ κυ­ρι­ώ­τε­ρα γρα­πτὰ μνη­μεῖ­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως καὶ ὡς κα­νο­νι­κοὺς καὶ αὐ­θεν­τι­κοὺς καὶ ἀ­με­τα­κί­νη­τους γνώ­μο­νες τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Ὡς ἐκ τού­του, χρη­σι­μο­ποι­εῖ μό­νον αὐ­τοὺς τοὺς οἰ­κου­με­νι­κοὺς δογ­μα­τι­κοὺς ὅ­ρους ὡς κύ­ρι­α καὶ πρω­τεύ­ου­σα πη­γὴ τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας της, ἰ­σό­κυ­ρη καὶ ἰ­σό­τι­µ­η πρὸς τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή. Ἡ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρι­έ­χει τὴν γνή­σι­α Ἱ­ε­ρὰ Πα­ρά­δο­ση, ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ἀ­πο­τε­λοῦν τὶς δύ­ο ἰ­σό­κυ­ρες καὶ ἰ­σο­δύ­να­µ­ες καὶ ἰ­σο­στά­σι­ες πη­γὲς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως.

ζ΄. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς Συ­νό­δου.

Ἡ Σύ­νο­δος εἰ­δι­κώ­τε­ρα:

1. Ἑρ­μη­νεύ­ου­σα αὐ­θεν­τι­κῶς τὴν γρα­πτὴ Πα­ρά­δο­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς καὶ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν Μο­νο­θε­ΐ­α, ἔτσι ὅ­πως ὁ­μο­λο­γεῖ στὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως,  ὅ­τι οἱ πι­στοὶ πι­στεύ­ουν «εἰς ἕ­να Θε­όν».

2. Δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν Τρι­α­δι­κό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ, ἤ­τοι ὁ­μο­λο­γοῦ­με καὶ προ­σκυ­νοῦ­με Πα­τέ­ρα, Υἱ­ὸ καὶ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, Τρι­ά­δα ὁ­μο­ού­σι­ον καὶ ἀ­χώ­ρι­στον. 

3. Κή­ρυ­ξε ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι Πα­τέ­ρας τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως δί­δα­ξε ὁ Ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος, δι­δά­σκον­τάς μας νὰ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε πρὸς τὸν Θε­ὸν, ἀ­πο­κα­λών­τας Τον «Πά­τερ ἡ­μῶν» (Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον στ΄, 9-13) καὶ με­τὰ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του πρὸς τοὺς Μα­θη­τές Του «ἀ­να­βα­ί­νω πρὸς τὸν πα­τέ­ρα μου καὶ πα­τέ­ρα ὑ­μῶν, καὶ Θε­όν μου καὶ Θε­ὸν ὑ­μῶν» (Ἰ­ω­άν­νου κ΄, 17).

4. Ὁ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός, προ­νο­η­τὴς καὶ κυ­βερ­νή­της τοῦ κό­σμου.

5. Κή­ρυ­ξε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς πάν­των «ὁ­ρα­τῶν τε καὶ ἀ­ο­ρά­των».

6. Εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο «ὁ­μο­ού­σι­ος» γι­ὰ τὸ β΄ πρό­σω­πο τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ Πα­τέ­ρα ἑρ­μη­νεύ­ον­τας αὐ­θεν­τι­κῶς τοὺς λό­γους τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ Ὁ­ποῖ­ος δι­ε­κή­ρυ­ξε ὅ­τι: «Ἐ­γὼ καὶ ὁ πα­τὴρ ἕν ἐ­σμεν» (Ἰ­ω­άν­νου ι΄, 30).

7. Δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν προ­αι­ώ­νι­α ὕ­παρ­ξη τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ σύμ­φω­να μὲ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος» (Ἰ­ω­άν­νου α΄, 1).

8. Συ­νό­ψι­σε τὴν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ προ­σώ­που τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ στὰ ἑ­πτὰ πρῶ­τα ἄρ­θρα τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως.

9. Δή­λω­σε τὸ ἀ­ναλ­λοί­ω­το τοῦ προ­σώ­που τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κα­τὰ τὸν λό­γο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου «Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς χθὲς καὶ σή­με­ρον ὁ αὐ­τὸς εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας» (Πρὸς Ἑ­βραί­ους ιγ΄, 8).

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ση­μα­σί­ας ποὺ ἔ­χει τὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως στὴν ζω­ὴ τῶν πι­στῶν, ἔ­κρι­νε ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γι­ὰ τὴν συμ­με­το­χὴ τῶν πι­στῶν στὰ Μυ­στή­ρι­α τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βα­πτί­σμα­τος καὶ τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, τὴν ὁ­μο­λο­γί­α στὴν πί­στη τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Πα­ραλ­λή­λως, ἐ­νέ­τα­ξε τὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως στὶς Ἱ­ε­ρὲς Ἀ­κο­λου­θί­ες ποὺ τε­λοῦν­ται στὴν θεί­α λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. 

Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν καὶ ἀγάπης ἐν Κυρίῳ,

    † Ὁ Ἀθηνῶν  Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος

    † Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

    † Ὁ Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος

    † Ὁ Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιὴλ

    † Ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης Ἐφραὶμ

    † Ὁ Πειραιῶς Σεραφεὶμ

    † Ὁ Σύρου, Τήνου, Ἄνδρου, Κέας, Μήλου, Δήλου καὶ Μυκόνου Δωρόθεος

    † Ὁ Γρεβενῶν Δαβὶδ

    † Ὁ Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς Ἰουστῖνος

    † Ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου Στέφανος

    † Ὁ Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀθανάσιος

    † Ὁ Λήμνου καὶ Ἁγίου Εὐστρατίου Ἱερόθεος

    † Ὁ Θεσσαλονίκης Φιλόθεος

   

    Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς

    Ἀρχιμ. Ἰωάννης Καραμούζης

 

 

 

 

[1] Νεαρὰ ρλα´, κεφ. α´, πρβλ. Βασιλικῶν βιβλ. ε´, τίτλ. Γ´, β´.

 

Τὴν Πέμπτη, 29 Μαΐου 2025, στὸν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τελέσθηκε Θεία Λειτουργία καὶ ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπέρ τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καί τῶν σύν αὐτῷ ἀναιρεθέντων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, Κληρικῶν καί Λαϊκῶν, ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης.

Τὸν Σεβασμιώτατο ἐκπροσώπησε ὁ Πανοσιο­λογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Ἄνθιμος Κωσταράκης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ προέτρεψε νά διατηροῦμε ἄσβεστη τή μνήμη καί νά δεόμεθα προσευχητικῶς: «ὑπέρ τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν προασπιστῶν τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος.» 

 

πατήστε ΕΔΩ για περισσότερες φωτογραφίες

 

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΘΕΟΥ 

* * *

Ὕμνον εὐχαριστίας ἀναπέμπομεν τῷ πανσθενουργῷ, παντεπόπτῃ καί παντευεργέτῃ Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι, τῷ ἀξιώσαντι τόν λαόν Αὐτοῦ φθάσαι τήν 1700ήν ἐπέτειον τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς πνευματοκινήτως μαρτυρησάσης περί τῆς γνησίας πίστεως εἰς τόν συνάναρχον τῷ Γεγεννηκότι καί παναληθῶς Αὐτῷ ὁμοούσιον Θεόν Λόγον, «τόν δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα, παθόντα καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς, καί ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς».

Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ ἔκφρασιν τῆς συνοδικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, κορύφωσιν τῆς «ἀρχεγόνου συνοδικότητος» αὐτῆς, ἀρρήκτως συνδεδεμένης μετά τῆς εὐχαριστιακῆς πραγματώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά καί μετά τῆς πρακτικῆς τῆς ἐπί τό αὐτό συνελεύσεως πρός λῆψιν «ὁμοθυμαδόν»[1] ἀποφάσεων ἐπί τρεχόντων θεμάτων. Ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος σηματοδοτεῖ ἐν ταὐτῷ τήν ἀνάδυσιν μιᾶς νέας συνοδικῆς δομῆς, αὐτῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔμελλε νά ἀποβῇ καθοριστική διά τήν πορείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἀξιομνημόνευτον εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἀποτελεῖ «μόνιμον θεσμόν» εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά «ἔκτακτον γεγονός», ἀπάντησιν εἰς μίαν συγκεκριμένην ἀπειλήν κατά τῆς πίστεως, ἀποβλέπουσαν εἰς τήν ἀποκατάστασιν τῆς διαρραγείσης ἑνότητος καί τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας.

Τό ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας συνεκλήθη ὑπό τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος παρηκολούθησε τάς ἐργασίας καί περιέβαλε τά ἀναθέματα αὐτῆς διά τοῦ κύρους κρατικοῦ νόμου, δέν τήν καθιστᾷ «αὐτοκρατορικήν σύνοδον»[2]. Ὑπῆρξεν ἀμιγῶς «ἐκκλησιαστικόν γεγονός», κατά τό ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία, καθοδηγουμένη ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπεφάσισε διά τά τοῦ οἴκου της, ἐνῷ ὁ Αὐτοκράτωρ ἐφήρμοσε τήν ἀρχήν «Ἀπόδοτε οὖν τά Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»[3].

Ἐνώπιον τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης, ἡ Ἐκκλησία διετύπωσε συνοδικῶς τό οὐσιῶδες τῆς διηνεκῶς βιουμένης ἐν αὐτῇ πίστεως. Ὁ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί» προαιώνιος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, «Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», σώζει διά τῆς σαρκώσεώς Του τόν ἄνθρωπον ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου καί διανοίγει εἰς αὐτόν τήν ὁδόν τῆς κατά χάριν θεώσεως. «Αὐτός γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[4]. Τό Σύμβολον τῆς Νικαίας διατρανοῖ τήν βεβαίαν πεποίθησιν ὅτι ἡ σοβοῦσα αἱρετική ἀπόκλισις ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς δυνατότητος σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, δέν εἶναι ἁπλῶς θεωρητική διακήρυξις ἀλλά ὁμολογία πίστεως, ὡς ὅλα τά δογματικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, αὐθεντική διατύπωσις τῆς ζώσης ἐν αὐτῇ καί δι᾿ αὐτῆς ἀληθείας.

Ἰδιαιτέραν θεολογικήν βαρύτητα ἔχει τό γεγονός ὅτι βάσιν τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου «Πιστεύομεν…» ἀποτελεῖ ἕν τοπικόν βαπτιστήριον Σύμβολον ἤ ὁμάς τοιούτων Συμβόλων. Ὡς γνήσιος φορεύς τῆς διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας, ἡ Σύνοδος ἀνακεφαλαιοῖ καί βεβαιοῖ τήν Ἀποστολικήν παρακαταθήκην, τήν ὁποίαν διαφυλάσσουν αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφέρει ὅτι οἱ Συνοδικοί Πατέρες «περί δέ τῆς πίστεως ἔγραψαν οὐκ Ἔδοξεν, ἀλλ᾿, Οὕτως πιστεύει ἡ καθολική Ἐκκλησία· καί εὐθύς ὡμολόγησαν, πῶς πιστεύουσιν, ἵνα δείξωσιν, ὅτι μή νεώτερον, ἀλλ᾿ ἀποστολικόν ἐστιν αὐτῶν τό φρόνημα, καί ἅ ἔγραψαν, οὐκ ἐξ αὐτῶν εὑρέθη, ἀλλά ταῦτ᾿ ἐστίν, ἅπερ ἐδίδαξαν οἱ ἀπόστολοι»[5]. Πεποίθησις τῶν θεοδιδάκτων Πατέρων ἦτο ὅτι οὐδέν προσετέθη εἰς τήν πίστιν τῶν Ἀποστόλων καί ὅτι τό ὄντως οἰκουμενικόν Σύμβολον τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ διακήρυξιν τῆς κοινῆς παραδόσεως τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Συνοδικοί Πατέρες, τούς ὁποίους ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπαξίως τιμᾷ καί ὑμνεῖ ὡς «Ἀποστολικῶν παραδόσεων ἀκριβεῖς φύλακας», ἐχρησιμοποίησαν τόν φιλοσοφικόν ὅρον «οὐσία» (καί τό «ὁμοούσιον») διά τήν ἔκφρασιν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἰς τήν θεότητα τοῦ Λόγου, τήν ὁποίαν ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος, καί μετ᾿ αὐτῆς τό ὅλον μυστήριον τῆς πανσωστικῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας, ἐμπλακείς εἰς ἑλληνιστικά νοητικά σχήματα καί ἀπωθήσας τόν «Θεόν τῶν Πατέρων» ἐν ὀνόματι τοῦ «Θεοῦ τῶν φιλοσόφων».

Ἕτερον κεφαλαιῶδες ζήτημα, τό ὁποῖον ἐκλήθη νά ἐπιλύσῃ ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας, πρός ἐνίσχυσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἐν τῇ λειτουργικῇ πράξει, ἦτο τό «πότε καί πῶς δεῖ ἡμᾶς τήν τοῦ Πάσχα ἑορτήν ἐκτελεῖν». Ἡ 1700ή  ἐπέτειος τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐπανέφερεν εἰς τήν ἐπικαιρότητα τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία εὔχεται ὅπως οἱ ὅπου γῆς Χριστιανοί ἐπανέλθουν, συμφώνως πρός τάς προσταγάς τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, εἰς τόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα κατά κοινήν ἡμέραν, ὡς εὐτυχεῖ συγκυρίᾳ, συνέβη κατά τό τρέχον ἔτος. Ἡ ἀπόφασις αὕτη θά λειτουργήσῃ ὡς ἔνδειξις καί σύμβολον γνησίας προόδου εἰς τόν ἀγῶνα οἰκουμενικῆς συμπορεύσεως καί ὁμονοήσεως διά μέσου τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καί τοῦ «διαλόγου τῆς ζωῆς», ὡς ἁπτή μαρτυρία περί τοῦ ἐμπράκτου σεβασμοῦ τῶν κεκτημένων τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπίτευξις τοῦ στόχου αὐτοῦ, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἐφετεινῆς ἐπετείου, ὑπῆρξε κοινόν ὅραμα τοῦ ἀειμνήστου Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καί τῆς ἡμετέρας Μετριότητος. Ἡ ἐκδημία αὐτοῦ, τήν ἐπαύριον τοῦ παγχριστιανικῶς ἑορτασθέντος Πάσχα, ἐπιτείνει τήν κοινήν εὐθύνην, ὅπως συνεχίσωμεν ἀταλαντεύτως πρός τήν αὐτήν κατεύθυνσιν.

Σπουδαῖον ὑπῆρξεν ἐπίσης τό νομοκανονικόν ἔργον τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, διά τοῦ ὁποίου ἀποτυποῦται καί ἐπικυροῦται συνοδικῶς τό διαχρονικόν κανονικόν συνειδός τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰς τό ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ ἀπαρχαί τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος καί τῆς ἀναδείξεως τοῦ κύρους, τῆς ἐξεχούσης θέσεως καί τῆς διηυρυμένης εὐθύνης ὡρισμένων Θρόνων, ἐκ τῶν ὁποίων διεμορφώθη προοδευτικῶς τό σύστημα τῆς Πενταρχίας. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ κανονική παρακαταθήκη τῆς Νικαίας εἶναι κοινή κληρονομία ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἡ ἐφετεινή ἐπέτειος καλεῖται νά λειτουργήσῃ ὡς προσκλητήριον δι᾿ ἐπιστροφήν εἰς τάς πηγάς, εἰς τά πρωταρχικά κανονικά θεσπίσματα τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας.

Ἐγγυητής τῶν θεσπισμάτων τῆς Νικαίας ἀνεδείχθη διαχρονικῶς ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτό τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐξεφράσθη καί διά τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου ἐπί τῇ 1600 ἐπετείῳ τῆς Συνόδου[6], «τῆς πρώτης τῶν Οἰκουμενικῶν καί μεγίστης ὡς ἀληθῶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ εἰλημμένη ἀπόφασις, ὅπως ἡ ἐπέτειος ἑορτασθῇ «πανηγυρικῶς καί δή ἀπό κοινοῦ, εἰ δυνατόν, ὑπό πασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, εἰς ἐκδήλωσιν πάνδημον τῆς πιστῆς καί σήμερον τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐμμονῆς τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῇ διδασκαλίᾳ καί τῷ πνεύματι τῆς Συνόδου ἐκείνης, ἥτις ὅπως ἐξ ἑνός τήν μίαν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφάνσεως αὐτῆς ἐστερέωσε καί ἐσφράγισεν, οὕτως ἐξ ἄλλου καί τήν ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς συγκροτήσεως διά τῆς ἀπό πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς παρουσίας ἀντιπροσώπων περιλάμπρως παρέστησεν», δυστυχῶς δέν κατέστη δυνατόν νά πραγματοποιηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καί τῆς χηρείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Τήν 19ην Ἰουλίου 1925, πρώτην Κυριακήν μετά τήν ἐνθρόνισιν τοῦ Πατριάρχου Βασιλείου Γ’, ἐξεπληρώθη ἡ «καθυστερήσασα ὀφειλή» διά τῆς τελέσεως «εἰδικῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Λειτουργίας» ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ. Ἰδιαιτέραν ἐκκλησιολογικήν σημασίαν ἔχει τό γεγονός ὅτι εἰς τήν Ἐγκύκλιον τονίζεται ἡ ἀξία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ ἑορτασμοῦ ταύτης τῆς «μεγάλης διά πᾶσαν τήν Χριστιανοσύνην» ἐπετείου ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «ἀμεσωτέραν πρός τήν ἑορτήν ταύτην ἐχούσης τήν σχέσιν καί τήν ὀφειλήν».

Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ σταθμόν εἰς τήν διαμόρφωσιν τῆς δογματικῆς ταυτότητος καί τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, παρέμεινε δέ τό πρότυπον διά τήν ἀντιμετώπισιν προβλημάτων πίστεως καί κανονικῆς τάξεως ἐπί οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου. Ἡ 1700ή ἐπέτειος ἀπό τῆς πραγματοποιήσεώς της ὑπενθυμίζει εἰς τήν Χριστιανοσύνην τάς παραδοχάς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τήν ἀξίαν τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος κατά τῶν παρανοήσεων τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τήν ἀποστολήν τῶν πιστῶν, ὅπως συμβάλλουν εἰς τόν πολλαπλασιασμόν τῶν «καλῶν καρπῶν» τῆς ἐν Χριστῷ, κατά Χριστόν καί εἰς Χριστόν ζωῆς ἐν τῶ κόσμῳ.

Καλούμεθα σήμερον νά ἀναδείξωμεν τό διαχρονικόν μήνυμα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τάς σωτηριολογικάς διαστάσεις καί τάς ἀνθρωπολογικάς συνεπείας τοῦ «ὁμοουσίου», τῆς ἀρρήκτου συνδέσεως τῆς Χριστολογίας μετά τῆς ἀνθρωπολογίας, εἰς μίαν ἐποχήν ἀνθρωπολογικῆς συγχύσεως καί ἐντόνων προσπαθειῶν ἀναδείξεως τοῦ «μετανθρώπου» ὡς τοῦ ἀνοικτοῦ ὁρίζοντος καί τῆς αὐτοαποθεωτικῆς προοπτικῆς τῆς ἀνθρωπίνης ἐξελίξεως, τῇ συμβολῇ τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας. Ἡ ἀρχή τῆς «θεανθρωπινότητος» ἀποτελεῖ τήν ἀπάντησιν εἰς τήν ἀδιέξοδον ὀπτασίαν τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ». Ἡ ἀναφορά εἰς τό «πνεῦμα τῆς Νικαίας» ἀποτελεῖ πρόσκλησιν ὅπως στραφῶμεν εἰς τά οὐσιώδη τῆς πίστεώς μας, πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ  Κύριος καί Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ πλήρης καί τελεία ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας περί τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ ἐμέ ἑωρακώς, ἑώρακε τόν πατέρα μου»[7]. Ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Λόγος ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος», ὡς γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον, καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[8]. Αὐτήν τήν Ἀλήθειαν ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ κόσμῳ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀπό αὐτήν τρέφεται, αὐτήν διακονεῖ. Φοροῦσα τόν χιτῶνα τῆς Ἀληθείας,  «τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας», ἀεί ὀρθοτομεῖ καί δοξάζει «τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον», εὐαγγελιζομένη τόν λόγον τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλπίδος, προσβλέπουσα πρός τήν «ἀνέσπερον καί ἀδιάδοχον καί ἀτελεύτητον ἡμέραν»[9], τήν ἐρχομένην αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔργον τῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῆς σωτηριολογικῆς διαστάσεως τῶν δογμάτων καί ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν δι᾿  ὑπαρξιακῶν ὅρων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ, ὁμοῦ μετά τῆς μετοχῆς εἰς τό ἐκκλησιαστικόν γεγονός, εὐαισθησίαν καί γνήσιον ἐνδιαφέρον διά τόν ἄνθρωπον καί τάς περιπετείας τῆς ἐλευθερίας του. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ διατράνωσις τῆς πίστεως εἰς τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον ὀφείλει ὅπως συνοδεύηται ὑπό τῆς ἐμπράκτου ἀνταποκρίσεως ἡμῶν εἰς τόν σωτήριον λόγον Αὐτοῦ: «αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς»[10].

Μεμνημένοι τοίνυν τῶν ἀφάτων δωρεῶν, ὧν ἐποίησε καί ποιεῖ πάσῃ τῇ κτίσει, ἀκαταπαύστως δοξολογοῦμεν τό ὑπεράγιον καί ὑπέρλαμπρον ὄνομα τοῦ Κυρίου τῶν ὅλων καί Θεοῦ τῆς ἀγάπης, δι᾿ Οὗ τόν Πατέρα ἐγνώκαμεν καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ.  Ἀμήν!

Ἐν ἔτει  σωτηρίῳ ‚βκε´, κατά μῆνα Ἰούνιον (α´)

Ἐπινεμήσεως Γ´

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος ἐν Χριστῷ εὐχέτης.

+ ὁ Κολωνείας Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Μακάριος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου Ἀνδρέας ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Βελγίου Ἀθηναγόρας ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας Παΐσιος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Ἀτλάντας Σεβαστιανός ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Κυδωνιῶν Ἀθηναγόρας ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Αὐστραλίας Μακάριος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Ἑλβετίας Μάξιμος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Ἰρλανδίας Ἰάκωβος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

+ ὁ Μεξικοῦ Ἰάκωβος ἐν Χριστῷ εὐχέτης

Ὅτι ἀκριβές ἀντίγραφον.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 27ῃ Μαΐου 2025

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

____________

1. Πράξ. β’, 1.

2. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, Ἔργα Α’. Ἐκκλησιολογικά Μελετήματα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2016, σ. 675-6.

3. Ματθ. κβ’, 21.

4.Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, PG 25, 192.

5. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας, καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, PG 26, 688.

6. Κ.Π.Α. κῶδιξ Α’ 94, 10 Αὐγούστου 1925, σ. 102-3.

7. Ἰωάν. ιδ’, 9.

8. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 680.

9. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Εἰς τήν Ἐξαήμερον, PG 29, 52.

10. Ἰωάν. ιε’, 12.

 

Ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας, μὲ ἀφορμή τὴν ἐπέτειο τῆς Ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, πραγματοποίησε τὴν Τετάρτη, 28 Μαΐου ἐ.ἒ., στὸ Ἀμφιθέατρο τοῦ Μουσικοῦ Σχολείου Κομοτηνῆς, μουσικοχορευτική ἐκδήλωση Μνήμης μὲ τίτλο : «Τείχη ἑάλωκαν, Πόλιν οὐχί».

            Ἡ Χορωδία τοῦ Γραφείου Ἐσωτερικῆς καὶ Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μὲ Χοράρχη τὸν κ. Γεώργιο Πενέτη καὶ σὲ συνεργασία μέ τήν Χορωδία Ἰάσμου, τόν Μορφωτικό Σύλλογο τῶν ἐν Θράκῃ διαβιούντων Σαρακατσάνων, τήν Χορωδία τοῦ Μουσικοῦ Σχολείου Κομοτηνῆς καὶ τήν Χορωδία 1ου Γυμνασίου Κομοτηνῆς, ἀπέδωσαν ὕμνους καὶ τραγούδια καὶ ἀπήγγειλαν ἀναγνώσματα σχετικά μὲ τὴν ἀποφράδα αὐτήν ἡμέρα, κατά τὴν ὁποία ἡ Πόλη τῶν Ἁγίων, τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ τῶν θρύλων, πέρασε στοὺς Ὀθωμανούς κατακτητές.

            Ἡ ὀφειλόμενη τιμή πρός τὸν τελευταῖο Βυζαντινό Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, τὸν Παλαιολόγο καί τοὺς σύν αὐτῷ ἀναιρεθέντες πατέρες καί ἀδελφούς μας, Κληρικούς καί Λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι θυσιάστηκαν ὑπερασπιζόμενοι τὰ Ἱερά καὶ τὰ Ὅσια τοῦ Γένους μας, ἀποτέλεῖ ἱερό καθήκον ὅλων μας.

 

πατήστε ΕΔΩ για περισσότερες φωτογραφίες

 

Πέμπτη, 29-05-2025 :

Ὥρα 07:00. Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἱερουργήσει στὸν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Ἀετοκορυφῆς.

 

Σάββατο, 31-05-2025 :

Ὁ Σεβασμιώτατος, εὐγενῶς προσκληθεῖς ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως κ. Νικολάου, θὰ μεταβεῖ στὴν Φιλιππούπολη καὶ θὰ μετέχει στὸ Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο καὶ στὶς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἐρμείου, ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, μαθητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ἐπί τῆ συμπληρώσει 1700 ἐτῶν ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

 

Κυριακή, 01-06-2025 :

Ὥρα 07:00. Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἱερουργήσει στὸν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καὶ θὰ προστεῖ τῆς ἐπιμνημοσύνου δεήσεως ὑπέρ τῶν πεσόντων στὴ Μάχη τῆς Κρήτης.

 

Δευτέρα, 02-06-2025 :

Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ συμμετέχει στὶς ἐργασίες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπί ἐπί τῆ συμπληρώσει 1700 ἐτῶν ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

 

«Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ»

Συνήθως ὅταν ἀκοῦμε νά γίνεται λόγος γιά τήν «αἰώνιον ζωήν», πολλοί σκεπτόμαστε ὅτι αὐτή ἀρχίζει μετά θάνατον. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ «αἰώνιος ζωή» ἀρχίζει ἤδη ἀπ’ αὐτή τή ζωή. Ἀρχίζει ἀπό τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί  ἀπό τήν ἀνάστασή Του. Καί σ' αὐτή μετέχουμε, ὅταν συσταυρούμεθα καί συνανιστάμεθα μαζί Του. Ἡ συμμετοχή μας στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι μετοχή στήν «αἰώνιο ζωή». Πολλές φορές, μέσα στήν ἔνταση τῆς καθημερινῆς βιοπάλης, αὐτές οἱ μεγάλες ἀλήθειες ἀδυνατίζουν καθώς δέ σκεπτόμαστε πόσο ἔντονα τό κακό μας μαγνητίζει πρός τά κάτω, διερωτώμεθα: Μπορεῖ νά βρισκόμαστε ἤδη ἀπό τό βάπτισμά μας στήν «αἰώνιον ζωήν»; Ἔχει ἀρχίσει καί γιά μᾶς αὐτή ἡ ζωή; Ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική προσευχή Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἴνα γινώσκωσι σέ τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Ποῦ σημαίνει ὅτι ἡ «αἰώνιος ζωή» συνίσταται σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τή γνώση, σ’ αὐτή τήν οὐσιαστική, βαθειά ἐμπειρία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτῆρος, τόν ὁποῖον ἀπέστειλε Ἐκεῖνος. Ἡ «γνώση» στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Χριστός δέν σημαίνει ἰδέες ἀόριστες, λόγια, πού ἀπομνημονεύουμε καί ἀπαγγέλλουμε, πολλές φορές μηχανικά. Πρόκειται γιά μία ἄλλη «γνώση», διαφορετικῆς ποιότητος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἔζησε ὅσο ἐλάχιστοι αὐτή τήν βαθειά ἐμπειρία τῆς «αἰωνίου ζωῆς», ζῶντας ἐν Χριστῷ, σημειώνει μέ ἔντονο τρόπο: «Τοῦ γνῶναι αὐτόν καί τήν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καί τήν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτω αὐτοῦ». Εἰδικά ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ γνώση τοῦ νοῦ, ἡ γνώση τῆς διάνοιας, ἡ γνώση τῶν σοφῶν, ἄλλ’ εἶναι μία γνώση βιωματική, πού ἀποκτᾶται, ὅταν ἀποδεχόμαστε τή θυσία Του, ὅταν συμμορφωνόμαστε μέ τό θέλημά Του,  ὅταν ἀνταποκρινόμαστε στήν ἀγάπη Του. Πρόκειται γιά μετοχή σέ μία προσωπική κοινωνία μέ τόν Θεό τῆς ἀγάπης. Αὐτή τή γνώση δέν κατορθώνουμε νά τήν ἀποκτήσουμε μέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο μέ τήν οὐσιαστική, βιωματική προσέγγισή μας στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς τήν ἐξασφαλίζει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σκέψη ὅμως περί αἰωνίου ζωῆς δέν σημαίνει φυγή ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, ἀπό τά προβλήματα καί τίς δυσκολίες πού ἐπιφυλάσσει γιά τόν καθένα μας ἡ γήινη πραγματικότητα.  Ἀντίθετα σημαίνει μιά διάθεση ρεαλισμοῦ, γιά νά ζήσουμε σωστά τό ἐδῶ καί τό τώρα, μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες πού τιμοῦμε σήμερα, μᾶς δείχνουν τόν δρόμο.                    

 

Τὸ Σάββατο 24 Μαΐου ἐ. ἒ., μὲ ἀφορμὴ τὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Περιβάλλοντος & τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἑβδομάδα Ψυχικῆς Ὑγείας, στὸ πλαίσιο μιᾶς κοινῆς πρωτοβουλίας γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς περιβαλλοντικῆς εὐαισθητοποίησης καὶ τῆς συνεργασίας μεταξὺ φορέων καὶ πολιτῶν ὁ Σεβασμιώτατος παρέστη στὴν ἐκδήλωση συμβολικῆς δενδροφύτευσης στὴν Κίρκη, ἡ ὁποία προσφάτως δοκιμάστηκε ἀπό καταστροφικές πυρκαϊές.

Ἡ δράση ὑλοποιήθηκε μὲ τὴ συνεργασία καὶ τή στήριξη τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου Κίρκης Δήμου Ἀλεξανδρούπολης, τῆς Διεύθυνσης Δασῶν Ν. Ἕβρου,  τοῦ Παιδικοῦ Χωριοῦ SOS Θράκης, τῆς Ἐταιρίας Κοινωνικῆς Ψυχιατρικῆς «Π. Σακελλαρόπουλος» καί τοῦ Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων τοῦ Νηπιαγωγείου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Ἁπαλοῦ.

Ὁ Σεβασμιώτατος ἀνέφερε ὅτι ἡ δενδροφύτευση προσφέρει ζωὴ στὸν τόπο μας καί συνάμα ἀποτελεῖ ἀπόδειξη βιωματικῆς μάθησης, ποὺ ὠφελεῖ πολλαπλά ὃλους μας καί κυρίως τοὺς νέους, καθὼς ἀναδεικνύεται ἡ σημασία τῆς ζωογόνου φύσης καὶ ἡ ἀνάγκη  τῆς προστασίας της.

 

πατήστε ΕΔΩ γιά περισσότερες φωτογραφίες

 

Τήν Τρίτη, 27η Μαΐου ἐ.ἒ., ὁ Σεβασμιώτατος τέλεσε Ἑσπερινή Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καί ἀνέπεμψε δέηση ὑπέρ τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς ἐνδυναμώσεως τῶν διαγωνιζομένων μαθητῶν στὶς Πανελλαδικές καί προαγωγικές ἐξετάσεις τους.

Ὁ Σεβασμιώτατος ἀπευθυνόμενος στούς νέους, τούς ἐμψύχωσε καί τούς εὐλόγησε, ἐνῶ μαζί μέ τό ἀντίδωρο τούς διένειμε γραφίδα ὡς εὐλογία.

 

πατήστε ΕΔΩ για περισσότερες φωτογραφίες

 

      Τήν  Κυριακή 25η Μαΐου ἒ.ἐ.,  ἐπί τῇ Ἡμέρᾳ μνήμης τῆς Γενοκτονίας τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ Σεβασμιώτατος ἱερούργησε στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς καί τέλεσε  Μνημόσυνο. Ἐν συνεχείᾳ, ἀνέπεμψε Ἐπιμνημόσυνη Δέηση ἒμπροσθεν τοῦ Ἀνδριάντος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, τοῦ Τραπεζουντίου, ὃπου καί πραγματοποιήθηκε Τελετή Κατάθεσης Στεφάνων.

 

πατήστε ΕΔΩ για περισσότερες φωτογραφίες


Warning: count(): Parameter must be an array or an object that implements Countable in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/ja_wall_blog/user.php on line 266