Super User

Το σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα, παρμένο ἀπό τήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου περιέχει τήν κατά σάρκα γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καί ἐν συνεχείᾳ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τήν ἐκ Παρθένου Μαρίας γέννηση Του. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾶ νόημα σάν ὑπαρξιακό γεγονός τοῦ κάθε ἀνθρώπου στήν ἰδιαιτερότητα καί μοναδικότητά του, στό προσωπικό πρόβλημα καί τήν ἀγωνία του, στό φόβο του γιά τόν ἀφανισμό καί στήν ἐλπίδα του γιά τή ζωή. Ὅσο ἡ σωτηρία δέ γίνεται γεγονός προσωπικό, ἀδικαιολόγητη θά εἶναι ἡ ἀπορία καί διαμαρτυρία γιά τή γενική ἐπικράτηση τοῦ μίσους, τοῦ ἐγκλήματος, τοῦ πολέμου. Ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης ἐνσαρκώνεται μέσα στὴν ἱστορία τέμνοντάς την ἀποφασιστικὰ σὰν φωτεινὸ ὁρόσημο σὲ προχριστιανικὸ σκότος καὶ σὲ χριστιανικὸ φῶς, σὲ προχριστιανικὴ ἀτμόσφαιρα «ὀσμῆς θανάτου» καὶ σὲ χριστιανικὴ ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ἂν ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σήμερα φέρει τὰ παραπάνω προχριστιανικὰ χαρακτηριστικά, ἡ αἰτία δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνει ἀναγκαστικὴ ἐπικράτηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης, ἀλλά ἀποτελεῖ ἀφετηρία διαλόγου, δυνατότητα ἀλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου σὲ τρόπο ὥστε, ἂν ἀκούσει καὶ ἐνστερνισθεῖ τὸ θεῖο μήνυμα, νὰ μεταβληθεῖ ριζικά νὰ παύσει νὰ βλέπει τὸ συνάνθρωπό του σὰν ἐχθρὸ ἔναντι τοῦ ὁποίου ἀμύνεται συνεχῶς καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς ἐπιτιθέμενος, ἀλλὰ νὰ τὸν βλέπει σὰν ἀδελφὸ, γιὰ τὸν ὁποῖο γεννήθηκε, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηρίζεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς κατ΄ ἐξοχὴν «Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως». Κι εἶναι σωστό. Ἐξ’ ἴσου σωστὸ ὅμως εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες καὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας στρέφουν συνεχῶς τὶς σκέψεις τους γύρω ἀπὸ τὸ «μυστήριο» τῆς σαρκώσεως ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο καὶ τὸ ἐπίκεντρο τῆς θεολογίας, ποὺ συνιστᾶ τὴν προϋπόθεση τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς χρήσιμες ἀσφαλῶς θεολογικὲς διατυπώσεις γιὰ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου, πέρα ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἀνθρωπολογικῆς σπουδαιότητας καὶ τῆς ἀναπλαστικῆς δυνάμεώς της, πέρα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν ὡραίων ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται γιὰ τὴ φανέρωση τῶν συνεπειῶν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ προσωπικὸ ταπεινὸ γονάτισμα τοῦ καθενὸς μπροστὰ στὴ φάτνη, ἡ ἀπόφαση διαλόγου ὑπαρξιακοῦ μὲ τὸν γεννηθέντα καὶ πάντοτε παρόντα μέσα στὸν κόσμο Σωτῆρα.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ἡ ἐποχή μας ἄν καί διεκδικεῖ τήν κατοχύρωση ὅρων ἐλευθερίας καί δυνατότητας ἐπιλογῶν, χαρακτηρίζεται ἀπό στυγνό πειθαναγκασμό καί χειραγώγηση. Παρ΄ ὅλους δέ τούς σχετικούς ἀγῶνες πολλῶν, μάλλον ἀποτυγχάνει τό ὅραμα τῆς ἐλευθερίας καί κυριαρχεῖ ἡ πραγματικότητα τοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Κι ὅμως, στό σημερινό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει ἡ προτροπή «ἀνάγκασον», τήν ὁποία διαβάζουμε στήν παραβολή τοῦ μεγάλου Δείπνου. Στήν ἀρχή τῆς παραβολῆς περιγράφεται ἡ προσβλητική γιά τόν οἰκοδεσπότη ἀπόρριψη τῆς πρόσκλησής του ἀπό ὅσους κατ' ἀρχήν θεώρησε ὡς ἐπιφανέστερους, ἄξιους νά κληθοῦν. Ἡ ἐνασχόλησή τους ὅμως, μέ βιοτικές μέριμνες δέν τούς ἐπέτρεψε ν' ἀξιολογήσουν σωστά τήν πρόσκληση καί φθάνουν νά γυρίσουν τήν πλάτη σ' Ἐκεῖνον πού τούς προσφέρει ὄχι ἁπλῶς μία χάρη, ἀλλά τή μόνη σωστική καί ἁγιαστική εὐεργεσία. Πῶς ἀντιδρᾶ ὁ οἰκοδεσπότης στήν ἀπόρριψη τῆς πρόσκλησής του; Δίνει νέα ἐντολή στούς ὑπηρέτες του νά ξεχυθοῦν στίς πλατεῖες καί τίς ὁδούς καί νά μαζέψουν ὅσους ὑπάρχουν ἐκεῖ, τούς φτωχούς, τούς ἀνάπηρους, τούς ἄρρωστους καί τυφλούς γιά νά προσέλθουν στό δεῖπνο καί νά ἀπολαύσουν ὅτι οἱ ἄλλοι δέν μπόρεσαν νά ἀξιολογήσουν ὡς ἀνώτερο καί σωτήριο. Καί ὅταν ὁλοκληρώνεται καί αὐτή ἡ διαδικασία καί διαπιστώνεται ὅτι ἀκόμη ὑπάρχει χῶρος στό στρωμένο τραπέζι, πάλι ὁ οἰκοδεσπότης δίνει ἐντολή σ’ ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες νά βγεῖ στά πλέον ἀπόμερα σοκάκια, στούς πιό ξεχασμένους καί περιθωριοποιημένους ἀνθρώπους καί αὐτούς ν’ ἀναγκάσει νά εἰσέλθουν στό σπίτι τοῦ κυρίου του καί νά ἀπολαύσουν τό πλούσιο δεῖπνο. Τί νόημα ἔχει στή συνάφεια τοῦ κειμένου αὐτό τό «ἀνάγκασον»; Ἤ καλύτερα, ἕνας ἄνθρωπος μόνος του πῶς θά μποροῦσε ν' «ἀναγκάσει» ὅλους αὐτούς πού προσκαλεῖ ὁ κύριός του; Καί πῶς συνδέεται τό «ἀναγκασον» μέ τό «μέγα δεῖπνο»; Εἶναι προφανές ὅτι τό «ἀνάγκασον» ἐδῶ σημαίνει τό νά πείσει ὁ ἕνας καί μόνος ὑπηρέτης ὅλους ἐκείνους τούς προσκεκλημένους πού εἴτε ἀπό αὐτοσυνειδησία γιά τήν κατάστασή τους, εἴτε ἀπό φυσική συστολή, θά δίσταζαν ν' ἀνταποκριθοῦν στήν πρόσκληση. Πῶς ἕνας φτωχός, ἕνας περιθωριοποιημένος, ἕνας ἀνάπηρος ἤ ἕνας φοβισμένος ἄνθρωπος νά πιστέψει ὅτι ὑπάρχει μιά πρόσκληση γι' αὐτόν, ἐκεῖ πού οὔτε ἔχει ὀνειρευθεῖ ποτέ ὅτι θά μποροῦσε νά βρεθεῖ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ξέρει νά μᾶς ἀναζητᾶ καί νά μᾶς αἰχμαλωτίζει, ὄχι σέ δίκτυα βίας καί ψυχαναγκασμοῦ, ἀλλά σέ περιβάλλον ἐλευθερίας κεντρίζοντας μας στό φιλότιμο, ἐνισχύοντας τή φωνή τῆς συνείδησής μας, χαρίζοντας βιώματα ἅγια καί μοναδικά. Τό πόσο δεχόμαστε ν’ ἀνταποκριθοῦμε σέ ὅλα αὐτά, ἀναδεικνύει καί τί εἴδους ἄνθρωποι τελικά εἴμαστε. ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα περιγράφεται ἡ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας, δηλαδή τῆς γυναίκας ἐκείνης πού δέν μποροῦσε καθόλου νά σηκώσει τό κεφάλι της πρός τά πάνω, καθώς τό κυρτωμένο ἀπό τήν ἀσθένεια σῶμα τήν ὑποχρέωνε νά εἶναι διαρκῶς σκυμμένη. Ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια γιά ἀνόρθωση ἐπέφερε φοβερούς πόνους, οἱ ὁποῖοι περιόριζαν τό εὖρος τῶν δραστηριοτήτων της. Κι ὅμως, αὐτή ἡ γυναίκα δέν ντρεπόταν στήν κατάστασή της νά κυκλοφορεῖ. Καί μάλιστα πηγαίνοντας στή Συναγωγή γιά ν' ἀκούει τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές κάποια ἀσθένεια καί οἱ συνέπειές της δημιουργοῦν ἄσχημη ψυχολογία στόν ἀσθενῆ καί τόν ὁδηγοῦν στό νά ντρέπεται γιά τό σῶμα του ἤ τοῦ ἀποστεροῦν τήν διάθεση γιά τή ζωή. Ἐάν ὁ ἀσθενής δέν ἔχει ψυχικά ἀποθέματα ἀντοχῆς, τά ὁποία κυρίως ἐπαυξάνει ἡ πίστη στήν πρόνοια τοῦ θεοῦ, συνήθως ὁδηγεῖται σέ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἀκόμη καί ἀκραῖες, μέ συνέπεια νά καθιστᾶ τή ζωή ἀκόμη πιό μαρτυρική γιά τόν ἴδιο καί γιά τούς δικούς του. Ἡ συγκύπτουσα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ὅμως δέν συμπεριφέρεται ἔτσι. Ὁμολογεῖ τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα της στόν θεό, κυρίως μέ αὐτό πού κάνει, νά πηγαίνει δηλαδή μέ κόπο καί πόνο στή λατρεία τοῦ θεοῦ, νά συμμετέχει καί νά ἀντλεῖ ἀπό ἐκεῖ δύναμη. Δέν μιλᾶ καθόλου γιά νά ξέρουμε τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς της, τό εἶδος τῶν αἰτημάτων της, ἤ ἀκόμη καί τά παράπονά της. Σπάνιο πράγμα ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος νά σιωπᾶ. Αὐτό μαρτυρεῖ ἀποθέματα ψυχικῆς δύναμης καί ὑπομονῆς, πού τοῦ ὑπαγορεύουν νά μήν κουράζει τούς ἄλλους, ἀλλά νά βαστάζει μόνος μέ θάρρος τόν σταυρό τῆς ὅποιας ἀσθένειας. Καί ὁ Χριστός ἀπό τήν ἄλλη, δρᾶ πρωτότυπα. Βλέπει τή συγκύπτουσα καί διακόπτει τό κήρυγμα του, ἀπόδειξη τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη γιά τό πλάσμα του. Χωρίς ἡ γυναίκα νά τοῦ μιλήσει ἤ νά τοῦ ζητήσει τίποτε, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀκουμπώντας τό κεφάλι της ἀμέσως, τῆς λέει: γυναίκα εἶσαι λυμένη καί ἐλευθερωμένη ἀπό τήν ἀρρώστια σου. Κανείς δέν τοῦ ζήτησε τίποτε κι ὅμως, ὁ Χριστός ἐνεργεῖ εὐεργετικά. Ἀδελφοί μου, πολλές φορές οἱ Ἅγιοι ἀντιμετώπιζαν τήν ἀσθένεια στή ζωή τους ὡς ἐπίσκεψη θεοῦ, ὡς ἀφορμή ἐντονότερης καί θερμοτερης προσευχῆς, ὡς αἰτία ὑπομονῆς. Τό παράδειγμά τους ὑπάρχει γιά νά μᾶς διδάσκει πώς μποροῦμε καί ἀπό τέτοιες δύσκολες καταστάσεις, νά πλησιάζουμε ἀκόμη περισσότερο τόν θεό, κατανοώντας τή θεία παντοδυναμία καί τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, συναισθανόμενοι ὅτι πατρίδα μας εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ θεοῦ, ὄχι ἡ γῆ αὐτή, καί αἰώνια κληρονομιά μας ἡ ἀποκατάστασή μας στήν ἀγκάλη τοῦ θεοῦ καί Πατρός.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Ἕνας δοκιμασμένος ἀπό θλίψεις ἄνθρωπος καθόταν σέ μιά ἄκρη τοῦ δρόμου τῆς Ἱεριχοῦς καί ζητιάνευε. Ζητιάνευε ὄχι γιατί τεμπέλης ὄντας ὁ ἴδιος καί ἤθελε νά ἐκμεταλλευτεῖ τά ἀγαθά συναισθήματα τῶν ἄλλων, ἀλλά γιατί ὡς τυφλός δέν μποροῦσε νά ἐργασθεῖ καί νά συντηρήσει τόν ἑαυτό του. Ἀκούγοντας θόρυβο πολύ, κατάλαβε ὅτι περνοῦσε πολύς λαός ἀπό μπροστά του καί ἔσπευσε νά ρωτήσει τί συμβαίνει. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι διέρχεται ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὁ ὀνομαστός διδάσκαλος μέ τά πολλά θαύματα, ἄρχισε ἀμέσως νά φωνάζει «Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με». Ὅσοι προπορεύονταν τοῦ Χριστοῦ τόν μάλωναν καί τοῦ φώναζαν νά σωπάσει, θεωρώντας ὅτι αὐτό ἐπέβαλε ἡ εὐπρέπεια. Φωνάζει ὁ τυφλός πρός τόν Χριστό καί μάλιστα ἀποκαλώντας τον ὄχι «Ναζωραῖο», ὅπως τοῦ τόν εἶχαν συστήσει προηγουμένως αὐτοί πού τόν πληροφοροῦσαν γιά τά ὅσα συνέβαιναν, ἀλλά ἐκδηλώνοντας ἕναν πηγαῖο σεβασμό, «Υἱό Δαυίδ» δηλαδή ἀπόγονο τῆς βασιλικῆς γενιᾶς, ἄξιο ὑπεροχικῆς τιμῆς καί ἀνώτερο κάθε ἄλλου στόν λαό! Καί ἐκεῖ πού ἐκδηλώνεται αὐτή ἡ ἀγνή καί γνήσια πίστη, σπεύδουν οἱ ἄνθρωποι νά τήν καταπνίξουν. Μέ προσχήματα καθωσπρεπισμοῦ καί εὐγένειας ἤ φροντίζοντας δῆθεν γιά τόν διδάσκαλο, προσπαθοῦν ν’ ἀποτρέψουν τή συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου! Αὐτό δέ, συμβαίνει πάντα μέ τήν πίστη. Ὅταν πάει νά καλλιεργηθεῖ στήν ψυχή, ὅταν πάει νά ἐκδηλωθεῖ καί νά ἀναδειχθεῖ κυρίαρχη στή ζωή κάποιου, σπεύδουν οἱ ἄλλοι, νά τήν μαράνουν, νά τήν πολεμήσουν, νά τήν εἰρωνευθοῦν; Ἐνοχλεῖ ἡ πίστη! Ἀνατρέπει δολερά σχέδια καί ἀποδεικνύει τό μάταιο καί προβληματικό τοῦ παρόντος κόσμου. Γι΄ αὐτό καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, μεθοδικά καί κατευθυνόμενα τήν κτυποῦν. Κι ἐνῶ ὁ τυφλός ἀντιπαλεύει μόνος του μ’ ὅλους τούς ἄλλους, τί κάνει ὁ Χριστός μας; Συμπεριφέρεται σάν νά μήν ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι, παρά μόνο ὁ τυφλός πού προσέβλεπε πρός Αὐτόν! Δίνει ἐντολή, τόν φέρνουν μπροστά του καί τότε τόν ρωτᾶ «τί θέλεις νά σοῦ κάνω;», γιά νά λάβει σταθερή καί ρητή τήν ἀπάντηση «Κύριε θέλω νά ἀποκτήσω πάλι τό φῶς μου, νά ξαναδῶ». Ὁ τυφλός πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἰκανός νά τόν θεραπεύσει καί τοῦ τό ζητᾶ ἀπερίφραστα. Αὐτή τήν πίστη θέλει ὁ Χριστός νά ἀναδείξει, γι’ αὐτό καί προκαλεῖ τόν παραπάνω διάλογο. Ἡ πίστη σφυρηλατεῖ τήν οὐσιαστική σχέση τοῦ Θεοῦ καί ἀνθρώπου γι’ αὐτό καί στήν ὁλοκάθαρη τήν γνήσια καί ἀγαπητική της μορφή σημασιοδοτεῖ τήν ἐνότητα Θεοῦ καί ἀνθρώπου, τήν σωτηρία, τόν ἁγιασμό, τήν θέωση.  

ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 
Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς  περικοπῆς πού ἔχοντας τηρήσει ἀπό τήν νεότητα του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, ρωτᾶ τὸν Ἰησοῦ τί τοῦ μένει ἀκόμη γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Ὁ Χριστός γνωρίζοντας πολύ καλά τί κρατᾶ συνήθως τόν ἄνθρωπο γερά δεμένο στή γῆ, τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει. Πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, καί ἔτσι θά ἔχεις θησαυρό κοντά στόν Θεό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Δέ χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ἰουδαῖος αὐτός ἄρχοντας ἦταν εὐσεβής ἄνθρωπος, ἐφόσον τηροῦσε τόν Νόμο καί εἶχε μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ λόγος ὅμως τῆς Π. Διαθήκης καταλήγει, ὁλοκληρώνεται καί κορυφώνεται στό Χριστό, ὁ ὁποῖος διακηρύσσει τήν Καινή Ἐντολή τῆς ἀγάπης. Καί ἡ ἀγάπη δέν περιορίζεται μόνο στὴν τήρηση κάποιων βασικῶν ἐντολῶν, ἀλλὰ στὴν πλήρη ἀποδέσμευση ὅλου τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ὅ,τι τόν κρατᾶ κολλημένο στό χῶμα, στό ὁλοκληρωτικό δόσιμο του στόν Θεό. Ἡ στάση τοῦ Ἰουδαίου ποὺ λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔφυγε μὴ μπορῶντας νὰ τὴν ἀκλουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο εἶναι νὰ δοθεῖ κανεὶς ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Κι ἀκόμη μαρτυρεῖ επίσης πόσο εὔκολο εἶναι νά δημιουργηθεῖ μιά ψεύτικη ἱκανοποίηση μέσα στή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, ἱκανοποίηση πού προέρχεται ἀπό τήν τήρηση ὁρισμένων, ἔστω καί βασικῶν ἐντολῶν. Ὁ Χριστός δὲν κατηγορεῖ τὸν εὐσεβὴ συνομιλητή του Ἰουδαῖο γιὰ ὅ,τι ἔκανε, ἀλλὰ γιὰ ὅ,τι παρέλειψε νὰ κάνει, δέν τόν κατακρίνει γιά τίς ἀρετές του, ἀλλά γιατί βλέπει ὅτι αὐτές δέν ἐντάσσονται στό ὁλοκληρωτικό δόσιμο του στόν Θεό καί εἶναι μεμονωμένες ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του, ἀν καί κατά πάντα σωστές καί ἀξιέπαινες. Βλέπει ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ δὲν περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν. Βλέπει ὅτι ἡ θρησκευτικότητα του δέν συνδέεται ἄμεσα μέ τή ζωή τῶν συνανθρώπων του, ὅτι ὁ δρόμος πού τόν φέρνει στόν Θεό δέν περνάει μέσα ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν καί δέν διασταυρώνεται μέ τούς δρόμους ἄλλων. Εἶναι ἕνας μονόδρομος πού ἐξασφαλίζει τήν ἱκανοποίηση μέσα στή δική του συνείδηση, ὄχι ὅμως καί τήν ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος δέν δέχεται συμβιβασμούς καί ὑποκρισίες. Ὁ Χριστός, ζητάει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι μόνο μερικὲς θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις, μερικὲς ἀρετές του, μερικὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐμποδίζει τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ εἶναι ἡ προσκόλληση στά ἐπίγεια.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ Κύριος διηγεῖται τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου. Τί παράξενο ἀληθεια, «Ἄφρων» στήν Ἁγία Γραφή χαρακτηρίζεται ἀφ' ἑνός ἐκεῖνος πού στρέφει τά νῶτα του στόν θεό καί ἀφ' ἑτέρου ἐκεῖνος πού προσκολλᾶται στόν πλοῦτο, ἴσως γιατί τό ἕνα δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ἄλλο. Εἶναι κοινή διαπίστωση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Οἰκουμενικῶν διδασκάλων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀρνεῖται τή σχέση μέ τόν θεό, πιστεύοντας ὅτι δέ τόν συμφέρει, γιατί συνήθως ἡ καρδιά του εἶναι κολλημένη ἀλλοῦ, στό κυνήγι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, στό ἐδῶ καί τώρα. Τί κάνει ὁ ἄφρων πλούσιος; Ταλαιπωρεῖται. Ἤ καλύτερα, αὐτοταλαιπωρεῖται, μιᾶς πού εἶναι ὑπεύθυνος γιά τή δυστυχία του. Τό πρῶτο πού μποροῦμε εὔκολα νά παρατηρήσουμε στήν εὐαγγελική διήγηση εἶναι ἡ ἀγωνία τοῦ πλουσίου νά ἐξασφαλίσει τόν πλοῦτο του. Κοινό πίστευμα τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι ὁ πλοῦτος ἐξασφαλίζει, γι' αὐτό καί ἔχουν ἀγωνία νά τόν ἀποκτήσουν καί νά τόν κατοχυρώσουν. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία γιά νά τονίσει τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι κακός ἀφέντης, πού ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν ταλαιπωρεῖ ὅσο περισσότερο προσκολλᾶται σέ αὐτόν. Ἡ ἀγωνία τοῦ πλουσίου νά μή χάσει οὔτε τό ἐλάχιστο ἀπό τά ἀποκτήματά του, τόν ὑποβάλλει σέ σωρεία φροντίδων, περιττῶν ἐνεργειῶν, ἔμπονων προσπαθειῶν γιά νά ἐξασφαλίσει ὑπέρ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπολαμβάνοντας μόνο ἀνασφάλεια καί φοβία γιά τήν ἀπώλειά τους. Ἀκριβῶς στή στιγμή πού πιστεύει ὅτι ἐπιτέλους κατοχύρωσε τόν πλοῦτο καί μπορεῖ ν' ἀρχίσει ν' ἀπολαμβάνει τή σχέση μαζί του, ἀκούει κάποιον ἄλλον πού ὡς ἐκείνη τή στιγμή συνειδητά παραθεωροῦσε, σκόπιμα ἀγνοοῦσε καί ξεχνοῦσε, νά τοῦ κάνει μία ἐρώτηση: Ἀνόητε, ἐσύ πού ζήτησες τήν ἐξασφάλιση στόν πλοῦτο καί τοῦ ἀφιερώθηκες, αὐτή τή νύκτα πού νόμιζες ὅτι θά ξεκινοῦσε ἡ ἀναπαυτική καί ἀπολαυστική ζωή σου, αὐτή τήν ἴδια νύκτα ἔρχονται καί ζητοῦν νά πάρουν τήν ψυχή σου. Πεθαίνεις καί αὐτά ποῦ ἑτοίμασες, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν μποροῦν νά σέ συνοδεύσουν, ποιοί θά τά χαροῦν; Αὐτός πού ρωτᾶ εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἡ ἐρώτηση δέν ἐπιδέχεται ἀπάντηση, παρά μόνο εἶναι ἐκφραστική τοῦ ἀδιεξόδου μιᾶς ζωῆς προσκολλημένης στόν πλοῦτο. Ἐπισημαίνεται ἐπιπλέον ἡ ἀνικανότητα τοῦ πλούτου ὄχι νά δώσει ἀπάντηση στό μυστήριο τοῦ θανάτου, ἀλλά νά δικαιολογήσει τήν ἀνάλωση ὑπέρ του γιά μία ὁλόκληρη ζωή. Ἀποτυπώνεται ἡ ματαιότητα στό κυνήγι μιᾶς χίμαιρας, πού λέγεται πλοῦτος.   ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ἕνας νεαρός πού προβάλλεται ὡς ἑρμηνευτής τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου δίνει τήν ἀφορμή γιά τή σημερινή παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, μία ἀπ' τίς πιό γνωστές τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Νομίζοντας ὅτι μπορεῖ νά παρασύρει τόν Χριστό σέ ἀντιφάσεις, θέτει μέ ἐξωτερικό σεβασμό κάποιες ἐρωτήσεις. Ὅταν μέ ἀντερωτήσεις ὁ Χριστός τόν ἀναγκάζει νά ἀπαντήσει μόνος του, ἀποκαλύπτεται ὅτι δέν ρωτοῦσε ἀπό γνήσιο ἐνδιαφέρον, ἀλλά μέ ὑποβολιμαία σκοπιμότητα. Τήν εὐκαιρία αὐτή τῆς ἀνθρώπινης κακοπιστίας χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστός καί ἀναφέρει τή σημερινή παραβολή. Ξεκινᾶ μέ ἕναν ταξιδιώτη, ὁ ὁποῖος κατεβαίνοντας ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχώ ἔπεσε στά χέρια ληστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τόν καταλήστεψαν, τόν κακομεταχειρίστηκαν, τόν γέμισαν πληγές καί τόν παράτησαν μισοπεθαμένο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύοντας τήν ἀλληγορία τῆς παραβολῆς, ἀναγνωρίζουν στόν καταπληγωμένο καί μισοπεθαμένο ταξιδιώτη τή σύνολη ἀνθρωπότητα, ἡ ὁποία πέφτοντας θύμα τοῦ διαβόλου, κατέβηκε ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, στήν ἀρένα τῆς παρούσας ζωῆς, καταληστεμένη ἀπό τήν πρώτη ὀμορφιά τοῦ καλοῦ λίαν δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ, καταπληγωμένη ἀπό τή φθορά καί τόν θάνατο καί μισοπεθαμένη ἀπό τήν πνευματική κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας. Καθώς κείτεται ἀνήμπορος ὁ ταξιδιώτης, ἀκούει βήματα καί βλέπει νά πλησιάζουν πρῶτα ἕνας Ἱερέας καί μετά ἕνας Λευίτης, πνευματικοί ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖοι ὅμως, συμπεριφέρονται ἀκριβῶς τό ἴδιο. Πλησιάζουν, βλέπουν καί ἀπομακρύνονται χωρίς νά βοηθοῦν. Γιά τούς ἀκροατές τῆς παραβολῆς, ἡ συμπεριφορά τοῦ νομικοῦ Ἱερέα καί τοῦ Λευίτη ἦταν ἡ ἀναμενόμενη. Οἱ μωσαϊκές διατάξεις ἀπαγόρευαν στόν καθένα γενικά, ἰδίως ὅμως σέ ὑπηρέτη τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ν' ἀκουμπήσουν πτῶμα καθώς μετά θεωροῦνταν «ἀκάθαρτοι», ἐνώ ἔπρεπε καί νά τελέσουν θυσία ἐξιλασμοῦ γιά νά καθαρισθοῦν. Μέ πόση ἄνεση ἡ τυπολατρία καί ἡ ἐκνομίκευση ὅταν κυριαρχοῦν ἀναιροῦν τόν θεόσδοτο νόμο τῆς ἀγάπης, καί νομιμοποιοῦν τή σκληρότητα. Καί ἔρχεται ὁ Σαμαρείτης. Ἀπό αὐτόν ὁ πληγωμένος ταξιδιώτης μοιάζει νά μήν περιμένει τίποτα. Εἶναι ἀλλόφυλος, ἀλλόθρησκος, ἐχθρός. Κι ὅμως, αὐτός σταματᾶ στόν ἐπικίνδυνο τόπο, φροντίζει τόν πληγωμένο καί τόν περιμαζεύει. Οἱ Πατέρες πάλι, στό πρόσωπο τοῦ Σαμαρείτη βλέπουν τόν ἴδιο τόν Χριστό. Τί κάνει ὁ Σωτήρας μας; Ἐπιχέει στό καταπληγωμένο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας «ἔλαιον καί οἶνον». Στό «ἔλαιον καί τόν οἶνον» βλέπουν οἱ Πατέρες τά Ἵερα Μυστήρια καί τό θεῖο Κήρυγμα, ὡς τά δύο θεοπαράδοτα μέσα πού θεραπεύουν τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀποκαθιστοῦν πνευματικά ὑγιῆ. Ὁ Χριστός μας μεταφέρει τόν ἀσθενή στό πανδοχεῖο, τήν Ἐκκλησία του, ὅπου μέ ἀσφάλεια καί ἄνεση μπορεῖ νά γίνει ἡ ἀποθεραπεία. ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, λές καί εἰπώθηκε προφητικά γιά τή δική μας ἐποχή, ἔρχεται νά βάλει τά πράγματα στή θέση τους. Καί ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀναίρεση τοῦ πιστεύματος ὅτι βασική προτεραιότητα καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιά τήν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πλοῦτος. Μιλᾶ γιά τόν ἀνώνυμο πλούσιο καί τόν φτωχό Λάζαρο, ὄχι γιά νά κατακρίνει τόν πλοῦτο ἤ νά ὑποτιμήσει καί καταδικάσει τούς πλούσιους, ἀλλά γιά νά καταδείξει πού καταντᾶ τόν ἄνθρωπο ἡ ἐσφαλμένη θεώρηση τῆς ζωῆς καί ἡ ὑποταγή σέ θελκτικές, πλήν αὐτοκαταστροφικές ἐπιθυμίες. Ἔτσι, στόχος τῆς παραβολῆς καθίστανται ὅλοι, πλούσιοι καί φτωχοί, ὅταν ἐνεργοῦν ἔχοντας ὡς ἀπόλυτη προτεραιότητα τους τήν προσήλωσή τους στά ὑλικά ἀγαθά, ἀσχέτως τοῦ ἄν τά ἔχουν ἀποκτήσει. Τό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γιά νά διατρανώνει τήν Ἀλήθεια, νά κηρύττει ὅ,τι τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἀποκάλυψε στήν ἀνθρωπότητα ὡς γνώση ὑπερφυά, πού κατατείνει στήν ἐλευθερία καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή σωτηρία. Γι' αὐτό καί ἀναφέρεται στόν βύσσο τοῦ πλουσίου, τό πολυτελές δηλαδή μεταξωτό ροῦχο πού φοροῦσε κάτω ἀπό τήν πορφύρα, γιά νά τό σχίσει καί ν' ἀποκαλύψει τήν ἄβυσσο πού αὐτό καλύπτει. Ὅλοι θαύμαζαν τόν βύσσο, ὅλοι θαμπωμένοι προσκυνοῦσαν ἐκεῖνον πού τόν φοροῦσε, σ' ἕνα ἀνελεύθερο, παράλογο καί ὑποκριτικό προσκύνημα. Διότι κανείς δέν ἐκτιμοῦσε ἐκεῖνον πού φοροῦσε τόν βύσσο, παρά μόνο γιά τόν βύσσο. Στήν ἄβυσσο ὁ πλούσιος βασανίζεται ἀπελπιστικά. Καί τοῦτο διότι τίποτε ἀπό τά ὅσα εἶχε ἀγαπήσει δέν τόν συνοδεύει στήν αἰωνιότητα. Καί τότε στρέφεται σέ ἕναν ἄλλον πλούσιο, τόν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε τελείως ἄλλη θεώρηση γιά τόν πλοῦτο, ἄλλες προτεραιότητες κι ἄλλες ἐπιθυμίες στή ζωή του. Κι ὁ πλούσιος Ἀβραάμ διδάσκει ὑποθῆκες ζωῆς, οἱ ὁποῖες στόν μέν πλούσιο τῆς παραβολῆς εἶναι πλέον περιττές, ἱκανές μόνον νά ἀποστομώνουν τήν ὅποια διεκδίκησή του, γιά ἐμᾶς ὅμως, πού ἀκόμη ἀγωνιζόμαστε στόν στίβο τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀποτελοῦν ὁδοδεῖκτες στήν πορεία μας γιά μιά ζωή ἀληθινή, γνήσια καί οὐσιαστική. Σέ μιά ὄψιμη ἐπίδειξη ἐνδιαφέροντος ὁ πλούσιος παρακαλεῖ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο πίσω στή ζωή αὐτή, γιά νά προειδοποιήσει τά ἀδέλφια του πού ζοῦσαν παρόμοια, ἀσήμαντη ζωή. Θαυμαστό τό ὅτι ἐπιμένει νά ἀντιμετωπίζει τόν Λάζαρο ὑποτιμητικά, ὡς δεχόμενο ἐντολές μέ τήν ὑποχρέωση νά τίς ἐκτελέσει. Καί ἀπαντᾶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ ‘’Ἔχουν τόν νόμο καί τούς Προφῆτες. Ἐάν δέν ἀκούσουν αὐτούς, οὔτε ἐάν κατέβη κάποιος ἀπό τόν οὐρανό θά πιστέψουν. ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Χιλιάδες λαοῦ ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, καθώς πορευόταν πρός τό σπίτι, ὅπου τόν εἶχε καλέσει ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος γιά νά θεραπεύσει τή βαριά ἀσθενοῦσα, μονάκριβη κόρη του. Καί μάλιστα «συνέπνιγον αὐτόν», δηλαδή εἶχαν κολλήσει ἐπάνώ του, ὥστε νά δημιουργεῖται ἕνα κινούμενο ἀνθρώπινο τεῖχος. Μοναδική εὐλογία νά μπορεῖς ν' ἀκουμπήσεις τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κι ὅμως, οἱ ὄχλοι συνωθοῦνται ἀσυγκίνητοι, κυριευμένοι ἀπό ἐπιπόλαιη περιέργεια νά δοῦν τόν Χριστό νά θαυματουργεῖ, χωρίς νά τούς ἀγγίζει τίποτε βαθύτερο, ἀδιάφοροι γιά ὁτιδήποτε πνευματικό. Καί μέσα σέ ὅλους αὐτούς, μόνη μία γυναίκα, ταλαιπωρημένη ἀπό τό πρόβλημά της, ἔχοντας χάσει ὅλη της τήν περιουσία, ψάχνοντας τήν ἴαση καί ἀπελπισμένη ἀπό τους ἀνθρώπους, προσέρχεται γεμάτη πίστη, δηλαδή ὁλοκληρωτική ἐξάρτηση ἀπό τό θεῖο ἔλεος. Καί ἔρχεται μήν τολμώντας νά διεκδικήσει, χωρίς ν' ἀνοίξει τό στόμα της, πιστεύοντας ὅτι δέν εἶναι ἄξια ν' ἀπασχοληθεῖ μαζί της ὁ Διδάσκαλος. Τό μόνο πού θέλει εἶναι ἁπλῶς νά τόν ἀκουμπήσει. Κι αὐτή ἡ ἐπαφή, πού γίνεται χωρίς ἐξωτερικά νά διαφέρει ἀπό τά ἀκουμπίσματα τῶν λοιπῶν ἄνθρωπων στόν Χριστό, ἐπιφέρει τέτοια ἀνατροπή καί ἀποκάλυψη πού τήν καθιστᾶ ἄξια μνείας ἀνά τούς αἰῶνες, ὅπου κηρύσσεται τό Εὐαγγέλιο. «Τίς ὁ ἀψάμενός μου;», ρωτᾶ ὁ Χριστός ὅταν οἱ ὄχλοι τόν συνθλίβουν, γιά νά καταδείξει τή διαφορά τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού διέκριναν τή συγκεκριμένη ψυχή ἀπό ὅλες τίς ἄλλες. Κι ἐνῶ καί ἄλλοι ἐνδεχομένως ἀπό τούς παρόντες νά εἶχαν ἀνάγκη θαυμαστῆς θεραπείας, αὐτή ἐνεργεῖται μόνο στή γυναίκα πού τή λαμβάνει, ἀκριβῶς γιατί διέφερε ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Ὁ Χριστός μας τήν ἐπιβραβεύει γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς της, γιά τό γεγονός ὅτι πορεύεται μέ ἐνσυνείδητα πιστεύματα καί ξεκάθαρη στάση ἀπέναντί του, χωρίς νά συναγελάζεται, νά συμμορφώνεται καί νά ὑποτάσσεται καιροσκοπικά, γι' αὐτό καί τῆς παραγγέλλει νά συνεχίσει νά ζεῖ ἔτσι. Πόσοι καί πόσοι δέν συνωθοῦνται μέσα στούς Ναούς μας, ἰδίως στίς μεγάλες ἑορτές καί τίς πανηγύρεις Ἁγίων. Πόσο ὅμως, ὅλοι αὐτοί εἶναι λαός τοῦ Θεοῦ διακρινόμενοι ἀπό πίστη καί ἀρετή καί πόσο εἶναι ὄχλος πού ὅπως τότε ἔρχεται καί συνθλίβει καί συνθλίβεται χωρίς νά ὠφελεῖται, ἀκριβῶς διότι δέν ἐνεργεῖ ἐνσυνείδητα καί δέν πορεύεται μέ γνώμονα τήν πίστη.   ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Μέ πλοιάριο περνοῦν ὁ Χριστός καί οἱ Μαθητές του στή χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς Γαλιλαίας. Πρῶτος πού τούς ὑποδέχεται, ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καταβασανισμένος ἀπό τήν κυριαρχία τῶν δαιμονίων. Ἀναγνωρίζοντας τά δαιμόνια τόν Θεάνθρωπο, ρίχνουν τόν δαιμονισμένο ἱκετευτικά στά πόδια του. Κι ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα ρωτᾶ τόν ἄνθρωπο γιά τό ὄνομά του καί λάβει τήν ἀπάντηση «λεγεών», γιά νά κατανοήσουν οἱ μαθητές του, ἀλλά καί οἱ διαχρονικοί μελετητές τοῦ Εὐαγγελίου του, τό πλῆθος τῶν δαιμονίων, διατάσσει νά διαφύγουν πρός μία ἀγέλη χοίρων πού ἔβοσκε ἐκεῖ δίπλα. Τήν ὁδήγησαν στόν γκρεμό καί τήν κατέπνιξαν στήν ἀποκάτω λίμνη, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἔργο τοῦ δαίμονα εἶναι ἡ καταστροφή. Ὁ Χριστός μέ τή διπλή του αὐτή ἐνέργεια -τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ δαιμονισμένου, ἀλλά καί τῆς συγκατάβασής του νά καταφύγουν τά δαιμόνια στούς χοίρους- εὐεργετεῖ τόσο τόν πρώην δαιμονισμένο χαρίζοντάς του τήν πνευματική ἐλευθερία, ἀλλά καί τό δικαίωμα σέ μία οὐσιαστική ζωή, ὅσο καί τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς, διορθώνοντας τήν ἐνσυνείδητη παράβαση τοῦ Νόμου. Πῶς ἀντιδροῦν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς στή διπλή εὐεργεσία τοῦ Χριστοῦ; Μ’ ἕναν εὐγενή, εἶναι ἀλήθεια, τρόπο παρακάλεσαν τόν Χριστό νά φύγει ἀπό τήν περιοχή τους, νά περάσει τά ὅριά της καί νά μήν ξανασχοληθεῖ μαζί τους. Γιατί; Τό πνευματικό συμφέρον ἐπέβαλλε νά προσπαθήσουν νά ἀξιοποιήσουν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν περιοχή τους στό ἔπακρο. Κι ὅμως, ἡ ἰδιοτέλειά τους, δέν τούς ἐπιτρέπει ν’ ἀντιληφθοῦν τό συμφέρον τους καί τούς ὁδηγεῖ σέ αὐτοκαταστροφική συμπεριφορά. Διώχνουν τόν Χριστό, θεωρώντας τον ἀφορμή ζημίας. Γιατί; Διότι ἡ καταστροφή τῆς ἀγέλης, ἀπό τήν ὁποία θά ἀποκόμιζαν χρηματικά ὀφέλη, βάρυνε περισσότερο στή σκοτισμένη συνείδησή τους ἀπό τήν πνευματική ὠφέλεια πού θά ἀποκόμιζαν ἀπό τή συναναστροφή μέ τόν Χριστό. Εὔκολα καταδικάζουμε τούς Γαδαρηνούς, χωρίς ν’ ἀναλογιζόμαστε ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις τούς ἀντιγράφουμε. Κάθε φορά πού προτιμᾶμε τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ἀρετή τούς μιμούμαστε διώχνοντας τόν Χριστό καί τή λυτρωτική του χάρη γιά νά προσκολληθοῦμε στόν στεῖρο ἐγωισμό μας. Κάθε φορὰ πού ἀρνούμαστε τή φωνή τῆς συνείδησής μας γιά ν’ ἀκολουθήσουμε τήν ἐμπαθή ἐπιθυμία μας, τούς δικαιώνουμε στή συμπεριφορά τους, ἐγείροντας ἐμπόδια στή σχέση μας μέ τόν Θεό. Κάθε φορὰ πού ἀπαξιώνουμε στή ζωή μας τό εὐαγγελικό παράγγελμα ἀξιώνοντας τά σκύβαλα τοῦ κόσμου τούτου, τούς ἀντιγράοφυμε. ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Warning: count(): Parameter must be an array or an object that implements Countable in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/default/user.php on line 255