Super User

Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀναφέρεται τὸ περιστατικὸ τῆς θαυμαστῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν ἀπὸ τὸν Χριστό. Δέκα ταλαίπωροι ἄνθρωποι, ψημένοι στὸ καμίνι τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ πόνου, κατακρεουργημένοι ὄχι τόσο ἀπὸ τὴν ἀνίατη ἀσθένεια, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ περιθωριοποίηση καί ἀπόρριψη, στέκονται, ὄχι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου ἀπ' ὅπου θὰ περνοῦσε ὁ Χριστός, ἀλλὰ «πόρρωθεν», μακριά, ἐξ’ αἰτίας τοῦ φόβου καὶ τῆς μανίας τῶν ἀνθρώπων. Κι ἀπὸ κεῖ μακριὰ «ἦραν φωνήν», ἔβαλαν μεγάλη φωνὴ γιὰ νὰ τοὺς ἀκούσει ὁ Χριστός μας, νὰ τοὺς προσέξει καὶ νὰ τοὺς ἐλεήσει.Τί σημαίνει τὸ «ἐλέησον ἡμᾶς» πού φώναζαν στὸν Χριστὸ οἱ λεπροί; Κάποιοι ἀπὸ τοὺς Πατέρες ἑρμηνεύουν ὄτι μὲ τὸ νὰ μὴ ζητοῦν κάτι συγκεκριμένο, ἀνέθεταν καὶ ἐμπιστεύονταν τὸν ἑαυτό τους στὴ φιλάνθρωπη προαίρεση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο μαθαίνουμε στὴν Ἐκκλησία καὶ λέμε τό «Κύριε ἐλέησον». Καὶ ὁ Χριστός, τοὺς παραγγέλλει πρῶτα νὰ πάνε στοὺς ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ πιστοποιοῦν τὴν θεραπεία ἀπὸ τὴ λέπρα καὶ νὰ ἐπιτρέπουν τὴν κοινωνικὴ ἐπανένταξη τῶν πρώην ἀσθενῶν. Ἤθελε μὲ τὸν τρόπο αὐτό νὰ τοὺς αὐξήσει τὴν πίστη. Κι ὅταν διαπίστωσαν ὅτι θεραπεύθηκαν, οἱ ἐννέα λεπροὶ τί ἔκαναν; Τίποτε! Πέτυχαν, ὄχι ἁπλῶς αὐτό πού ἤθελαν, αὐτό πού ἐνδεχομένως δὲν περίμεναν ποτέ. Ἀπολαμβάνουν τὴν θαυμαστὴ θεραπεία, μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς καί ἡ ἀγάπη του τοὺς ἐπανεισάγει στὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων, ἀρνοῦνται ὅμως, τὴν ὁποιαδήποτε ἐπαφή καὶ σχέση μαζί Του. Πολλοὶ διαβάζοντας τὴν περικοπή, μιλοῦν γιὰ ἀχαριστία. Σὲ γενικὲς γραμμὲς ἔχουν δίκιο. Ἂν ὅμως, μελετήσουμε τὴν περικοπὴ θὰ διαπιστώσουμε νὰ παρουσιάζεται ἀνάγλυφη μιὰ ἄλλη κατάσταση γνώριμη καὶ οἰκεία. Εἶναι αὐτό πού στὰ νέα ἑλληνικὰ ὀνομάζουμε «βόλεμα». Εἶναι ἡ διάθεση νὰ ἐνεργήσεις δουλικὰ τὰ πάντα γιὰ νὰ ἐπιτύχεις κάτι καὶ στὴ συνέχεια, ὅταν τὸ ἐπιτύχεις καὶ γίνει ἢ δουλειά σου, νὰ τοὺς ξεχάσεις ὅλους. Ὁ ἕνας λεπρὸς πού ἐπέστρεψε «δοῦναι δόξαν τῷ θεῶ», ἄκουσε ὅ,τι πιὸ οὐσιαστικὸ μπορεῖ ν' ἀκούσει ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἀψευδὲς στόμα τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ πίστις σου σέσωκε σέ». Καλλιέργησε τὴν πίστη, ὄχι γιὰ νὰ κερδίσει κάτι ἐπὶγειο καὶ προσωρινό, ἀλλὰ τὸ μόνο οὐσιαστικό, τὴν αἰώνια σωτηρία. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδειγμα πού καλούμαστε ὅλοι ν' ἀκολουθήσουμε.   ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες γιορτάσαμε, ἀποτελεῖ τὴν ἀνατολὴ τοῦ Ἠλίου τῆς δικαιοσύνης καὶ σημαίνει τὴν ἀπαρχὴ ὑπαρξιακοῦ καὶ σωστικοῦ διαλόγου τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ μίσους καὶ τῆς καταστροφῆς καὶ νὰ ἀντικρύσει τὸ φῶς τῆς θείας ἀγάπης. Μετὰ τὴν λυτρωτικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία τοῦ ἀν-θρωπίνου γένους προβάλλει ἀσφαλῶς κάποιο χρέος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ποιό εἶναι τὸ χρέος αὐτὸ, μᾶς τὸ διακηρύττει ὁ Χριστὸς στὰ πρῶτα λόγια ποὺ πρό-φερε ὅταν ἄρχισε τὸ λυτρωτικὸ ἔργο του καὶ ποὺ τὸ συνοψίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὴν ἀκόλουθη φράση τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Τί εἶναι ὅμως ἡ μετάνοια ἔτσι ὅπως τὴ διακηρύττει ὁ Χριστός; Εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀλλαγὴ σκέψεων, ἢ ἡ ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς; Εἶναι ὁ αὐτοέλεγχος καὶ ἡ αὐτοκριτική, ὅπως τὴ σύστησαν πολλοὶ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι; Ἡ μετάνοια γιὰ τὸν Χριστό εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ὁ φόβος τοῦ θανάτου δημιούργησε μέσα στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐπιθυμία γιὰ διασφάλιση τοῦ ἐγώ του, τὴ δίψα γιὰ ζωὴ καὶ γιὰ ἐπιτυχία. Ὅλα αὐτὰ εὐνόησαν τὸν ἀνθρωποκεντρισμὸ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου. Ἡ μετάνοια σημαίνει ἀπάρνηση τοῦ ἐγὼ μὲ ὅλους τοὺς μηχανισμοὺς ποὺ δημιούργησε γιὰ νὰ κρατηθεῖ στὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποφύγει τὴ σκέψη τοῦ θανάτου. Μετάνοια σημαίνει ἐπιστροφὴ στὸ Θεό. Ἡ αὐτοκριτικὴ εἶναι τὸ πρῶτο σκαλοπάτι, στόχος τελικὸς ἡ ἐπιστροφὴ στὸ Θεὸ καὶ στὴν ἐναρμόνιση τῆς ζωῆς μας μὲ τὸ θεῖο θέλημά Του ἔτσι ὅπως μᾶς ἀποκαλύφθηκε μέσα στὴν ἱστορία διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀποτέλεσμα, ἡ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς, ἡ ἀλλαγὴ πορείας ποὺ θὰ ἔχει κατεύθυνση καὶ κέντρο ὄχι τὸ ἐγώ, ἀλλὰ τὸν Θεό. Στὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς μετανοίας προσδιορίζεται καί ἀπὸ κάποια ἄλλη πραγματικότητα: ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Οἱ ἄνθρωποι προτρέπονται καὶ καλοῦνται νὰ μετανοήσουν, ὄχι γιὰ νὰ ἔλθει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιατὶ ἤδη ἦλθε. Ἔτσι, ἡ μετάνοια παρουσιάζεται ἐδῶ στά λόγια τοῦ Χριστοῦ σάν ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου στή λύτρωση πού τοῦ προσφέρει ὁ Θεός, σάν ἡ ἔσχατη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἀποκτήσει νόημα καί νά γίνει κτῆμα τοῦ καθενός, αὐτό πού ὁ Θεός προσφέρει σέ ὅλους, μέ τήν προϋπόθεση αὐτή ἡ λύτρωση νά γίνει ἀποδεκτή.   ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Καθὼς ἕνας ἀκόμη χρόνος ἀνατέλει ἡ Ἐκκλησία μας λαμβάνει ἀφορμὴ, ὥστε νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει γιατί τοῦ δίνεται ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του καὶ ποιὸς εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ τὸν ἀξιοποιήσει. Τὸ κάνει δὲ σὲ πεῖσμα τῶν καιρῶν, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐμπορικὴ σκοπιμότητα, ἀρνούμενη νὰ συγκατατεθεῖ στὴν ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου εἶναι μία ἀκόμη ἀφορμὴ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς καταναλωτής, ποὺ πρέπει νὰ συμπεριφερθεῖ ὅπως ἐπιβάλλει ἡ ἀγορά. Ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν ἄνθρωπο χαρούμενο καὶ ὁλοκληρωμένο. Κατανοεῖ δὲ ὅτι γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὴν ἀλήθεια κι ὄχι τὸν ὅποιο μύθο, ὁ ὁποῖος τὸ μόνο ποὺ κατορθώνει εἶναι νὰ ἐγκλωβίσει τοὺς ὀπαδούς του στὸ φαντασιακὸ καὶ τὴν ψευδαίσθηση. Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνει καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ ὑπεύθυνες καὶ οὐσιαστικὲς ἀποφάσεις. Καί αὐτό εἶναι κομβικό, μιᾶς ποὺ ἡ ἀρχὴ τοῦ κάθε χρόνου, πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, σημασιοδοτεῖ ταυτόχρονα καὶ ἕνα ἀκόμη βῆμα πρὸς τὸ τέλος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας, ὁ ὁποῖος εἶναι περιορισμένος κι ὄχι ἄπειρος. Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ χρόνου προβάλλει τὸ πρόσωπο τοῦ Τιμίου Ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ὄχι μόνον ἐν ὄψει τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Φώτων, στὴν ὁποία πρωταγωνιστεῖ, ἀλλὰ κυρίως γιατί εἶναι τὸ κορυφαῖο πρόσωπο σὲ αὐτό ποὺ ὀνομάζουμε ἀσκητική τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς νικηφόρας πάλης ἐνάντια στὴ σαρκικότητα καὶ ἡ ἀπόδειξη τοῦ πόσο ἐξυψώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ ἕναν τέτοιο τρόπο ζωῆς, ὥστε κατανικώντας τὶς ἐπίγειες ἐξαρτήσεις καὶ ροπὲς νὰ πορεύεται μὲ ἐλευθερία καὶ ὀρθοκρισία πρὸς τὴν Ἀλήθεια. Τό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας μας στήν ἀρχή τοῦ ἔτους εἶναι ἁπλό στή διατύπωση του καί συντρηπτικό στήν ἀλήθεια του.Ὁ χριστιανὸς δὲν μπορεῖ μάταια νὰ σπάταλα τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του. Ἡ Ἐκκλησία τὸν καλεῖ σὲ αὖτο γιὰ τὸ ὅποιο πλάστηκε, νὰ ζεῖ ἐλεύθερος «ἐν ἀληθεία καὶ ἀγάπη». Ὁ Πρόδρομος τῆς Χάριτος προβάλλεται ὡς τὸ ὑπόδειγμα ἐκεῖνο ποὺ διαβεβαιώνει τὸν καθένα μας γιὰ τὴν ἱκανότητα τῆς ἄσκησης νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν, γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη, στὸν ἴδιο τὸν Χριστό!     ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα, παρμένο ἀπό τήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου περιέχει τήν κατά σάρκα γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καί ἐν συνεχείᾳ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τήν ἐκ Παρθένου Μαρίας γέννηση Του. Στή σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θά πρέπει νά στρέψουμε τήν προσοχή μας. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾶ νόημα σάν ὑπαρξιακό γεγονός τοῦ κάθε ἀνθρώπου στήν ἰδιαιτερότητα καί μοναδικότητά του, στό προσωπικό πρόβλημα καί τήν ἀγωνία του, στό φόβο του γιά τόν ἀφανισμό καί στήν ἐλπίδα του γιά τή ζωή. Ὅσο ἡ σωτηρία δέν γίνεται γεγονός προσωπικό, ἀδικαιολόγητη θά εἶναι ἡ ἀπορία καί διαμαρτυρία γιά τήν γενική ἐπικράτηση τοῦ μίσους, τοῦ ἐγκλήματος, τοῦ πολέμου. Ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης ἐνσαρκώνεται μέσα στὴν ἱστορία τέμνοντάς την ἀποφασιστικὰ σὰν φωτεινὸ ὁρόσημο σὲ προχριστιανικὸ σκότος καὶ σὲ χριστιανικὸ φῶς, σὲ προχριστιανικὴ ἀτμόσφαιρα «ὀσμῆς θανάτου» καὶ σὲ χριστιανικὴ ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ἂν ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σήμερα φέρει τὰ παραπάνω προχριστιανικὰ χαρακτηριστικά, ἡ αἰτία δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνει ἀναγκαστικὴ ἐπικράτηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης, ἀλλά ἀποτελεῖ ἀφετηρία διαλόγου, δυνατότητα ἀλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου σὲ τρόπο ὥστε, ἂν ἀκούσει καὶ ἐνστερνισθεῖ τὸ θεῖο μήνυμα, νὰ μεταβληθεῖ ριζικά νὰ παύσει νὰ βλέπει τὸν συνάνθρωπό του σὰν ἐχθρὸ ἔναντι τοῦ ὁποίου ἀμύνεται συνεχῶς καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς ἐπιτιθέμενος, γιά νά ἐξασφαλίσει περισσότερο τήν ὀντότητά του, ἀλλὰ νὰ τὸν βλέπει σὰν ἀδελφὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπίσης γεννήθηκε, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς χρήσιμες ἀσφαλῶς θεολογικὲς διατυπώσεις γιὰ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου, πέρα ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἀνθρωπολογικῆς σπουδαιότητας καὶ τῆς ἀναπλαστικῆς δυνάμεώς της, πέρα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν ὡραίων ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται γιὰ τὴν φανέρωση τῶν συνεπειῶν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ προσωπικὸ ταπεινὸ γονάτισμα τοῦ καθενὸς μπροστὰ στὴ φάτνη, ἡ ἀπόφαση διαλόγου ὑπαρξιακοῦ μὲ τὸν γεννηθέντα καὶ πάντοτε παρόντα μέσα στὸν κόσμο Σωτῆρα Χριστό.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ περιγράφεται στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ σὰν ἕνα μεγάλο συμπόσιο στὸ ὁποῖο καλοῦνται νὰ λάβουν μέρος ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἐν τούτοις οἱ καλεσμένοι δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πρόσκληση, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, παρμένες ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή. Τὸ χωράφι, τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν, ὁ γάμος, εἶναι τρεῖς ἀπὸ τὶς πολλὲς πιθανὲς περιπτώσεις καί δικαιολογίες προερχόμενες ἀπό τήν ἄψυχη φύση, ἀπό τό ζωϊκό βασίλειο καί τήν ἀνθρώπινη κοινωνία, ποὺ μποροῦν νὰ κρατήσουν τὸν ἄνθρωπο μακρυὰ ἀπὸ τὸ θεῖο προσκλητήριο, ἀπό τήν συμμετοχή του στό μεγάλο συμπόσιο. Αὐτά πού ἔδωσε ὁ Θεός σάν δῶρα στόν ἄνθρωπο ἐμποδίζουν τήν ἀνταπόκρισή του στό θεῖο προσκλητήριο. Κι αὐτὸ συμβαίνει ὅταν δὲν γίνεται σωστὴ ἱεράρχηση στὰ ἀγαθὰ ἢ στὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Ὅλα τὰ πράγματα ἔχουν τὴ θέση τους καὶ ὅλα τὰ ἔδωσε ὁ Θεὸς μὲ σκοπὸ ὄχι νὰ τὰ ὑποτιμοῦμε, νὰ τὰ φθείρουμε, νὰ τὰ ἐκμηδενίζουμε, οὔτε ὅμως καὶ νὰ τὰ κάνουμε ἀπολύτους κυριάρχους, σὲ τρόπο ὥστε νὰ γίνουμε δοῦλοι σ' αὐτὰ, ἄλλα τὰ πάντα δόθηκαν γιὰ νὰ βρίσκουν τὴ σωστή τους τοποθέτηση, ἱεραρχημένα σὲ σχέση πρὸς τὸν Θεό.  Τό χωράφι, τά ζεύγη βοδιῶν, ὁ γάμος εἶναι τρεῖς ἀπό τίς πολλές πιθανές περιπτώσεις πού μποροῦν νά κρατήσουν τόν ἄνθρωπο μακρυά ἀπό τό θεῖο προσκλητήριο. Θὰ μποροῦσε νὰ προσθέσει κανεὶς καὶ ἄλλες παρόμοιες ἀσχολίες παρμένες ἀπό τήν καθημερινότητα.  Το τραπέζι τῆς θείας ἀγάπης εἶναι ἔτοιμο, ὁ Θεός στέλνει τούς δούλους του, τούς ἐργάτες τοῦ εὐαγγελίου νά καλέσουν τούς ἀνθρώπους γιά νά προσέλθουν καί νά γευθοῦν τά ἀγαθά τά ἄφθαρτα. Ἡ ἄρνηση τῶν καλεσμένων ὅμως δέν σημαίνει καί τήν ματαίωση τοῦ μεγάλου δείπνου.  Τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ πραγματοποιεῖται μέσα στόν κόσμο, μέσα στήν ἱστορία, παρά τίς ἀρνήσεις τῶν ἀνθρώπων.  Ὅσοι ἀρνοῦνται δέν ματαιώνουν τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀπλῶς ἀποκλείουν τόν ἑαυτό τους ἀπό τήν χαρά τῆς σωτηρίας.  Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου θέλει νὰ στρέψει τὴν προσοχή μας σὲ μερικὲς ἀλήθειες ποὺ καμμιὰ φορὰ λησμονοῦμε πρός μεγάλη ζημία μας. Τὰ διάφορα ἀγαθὰ ποὺ ἔχουμε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἄς μὴν ἀγνοήσουμε τὸ δωρητὴ καὶ θεωρήσουμε αὐτὰ τὰ δῶρα του σὰν ἐμπόδια γιὰ τὸ σωτηριολογικό του ἔργο, πού συντελεῖται μέσα στήν ἱστορία διά τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὁλοκληρώνεται διά τοῦ σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως του στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε κλητοί, καλεσμένοι ἀπό τό Θεό στή χαρά τοῦ δείπνου του. Ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νά γίνουμε ἐκλεκτοί, ἀπό τό ἀνεπιφύλακτο Ναί στή Θεία ἀγάπη . ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Μιά καταδίκη τῆς θρησκευτικῆς τυπολατρείας καί ὑποκρισίας ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ καί ὑπογραμμίζει τήν ἀπέραντη  ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι γιὰ τοὺς θεσμοὺς ποὺ ὁ ἴδιος ἔθεσε γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴ ζωή του. Πολλὲς φορὲς οἱ θεσμοὶ, οἱ νομικές διατάξεις καί οἱ θρησκευτικοί τύποι γίνονται φραγμοί πού παγιδεύουν τόν ἄνθρωπο καί καταπνίγουν τήν ἐλευθερία του. Αὐτό συνέβη μέ τόν ἰουδαϊσμό τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ καί μέ τόν χριστιανισμό κάθε ἐποχῆς, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν θεωροῦν τὸν τύπο σὰν μέσο, ἀλλὰ σὰν σκοπό. Ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἀποδυθεῖ στὸ δύσκολο δρόμο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θυσίας, περιχαρακώνεται μέσα στὸν ἐξωτερικὸ θρησκευτικὸ τύπο. Νομίζει ὅτι ξεπλήρωσε τὶς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, ἀνήκει σ’ αὐτούς πού λέγουν «Κύριε, Κύριε», ἀλλά δέν ἐκτελοῦν τό θέλημά Του. Μιά τέτοια θρησκευτική ὑποκρισία καί τυπολατρεία ξεσκεπάζει ὁ Χριστός. Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανακτεῖ γιατὶ θεράπευσε ὁ Χριστὸς μιὰ συγκύπτουσα γυναίκα τὴν ἡμέρα τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Πρόκειται γιά ὑποκρισία γιατί ὁ ἰουδαϊσμός εὕρισκε πάντοτε τρόπους νά παραβαίνει τήν ἀργία τοῦ σαββάτου γιά τό πότισμα τῶν ζώων ἤ γιά ἄλλες συμβατικές ἐργασίες. Εἶναι ὑποκρισία ὅταν βρίσκει κανείς εὔλογες δικαιολογίες γιά τήν δική του συμπεριφορά ἐνῶ καταδικάζει τήν παρόμοια συμπεριφορά ἑνός ἄλλου. Καί ἀποτελεῖ δουλεία στόν τύπο ὅταν κλείνει κανείς τά μάτια του μπροστά στήν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά νά ὑπερασπισθεῖ τό γράμμα τοῦ νόμου. «Τὸ γράμμα σκοτώνει, τὸ πνεῦμα ζωοποιεῖ» γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ Β' πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, καί ὅπου εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ καὶ ἡ ἐλευθερία, μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἡ ὁποία ὅμως δὲν σημαίνει μὲ κανένα τρόπο ἀνεξέλεγκτη καταστρατήγηση τοῦ τύπου, ἀλλὰ ἑρμηνεία του μὲ πνεῦμα ἀγάπης, σημαίνει προτίμηση τῆς οὐσίας, ὅταν αὐτὴ ἀχρηστεύεται καὶ καταστρέφεται ἀπὸ τὸν τύπο, σημαίνει ἀκόμη προβάδισμα τοῦ νομοθέτου ἔναντι του νόμου.Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ σκοπὸ τὴ σωτηρία του ἔθεσε μέσα στὴν ἱστορία ὁρισμένους θεσμούς. Ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ θυσιάστηκε πάνω στὸ σταυρό, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὴ διάσωση τῶν θεσμῶν αὐτῶν ἀλλὰ γιὰ τὴ λύτρωση τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς ποὺ ἡ ἀδυναμία καὶ ἁμαρτία μετέβαλαν σὲ παγίδες θανάτου. «Τὸ Σάββατο ἔγινε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ Σάββατο» συνοψίζει τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ποὺ περιστοιχίζουν τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του ἀκούγεται ἡ ἱκετευτικὴ φωνὴ ἑνὸς τυφ-λοῦ: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Τὸ πλῆθος ἐνοχλημένο ἀπ’ αὐτὴ τὴ φωνὴ προσπαθεῖ νὰ τὴν σταματήσει, γιατὶ δὲν θέλει νὰ χάσει τὴν ὡραία διδασκαλία. Ἀλλ’ ὁ τυφλὸς ἐπιμένει νὰ κραυγάζει ἀκόμη δυνατότερα καὶ νὰ ζητᾶ ἔλεος. Εἶναι ἡ δυστυχία του ποὺ τὸν ὠθεῖ στὸ αἴτημα καὶ μάλιστα μὲ ἐπιμονή; Ἢ μήπως εἶδε καλύτερα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν μάτια τὸν Μεσσία καὶ ἀνεγνώρισε τὴ δύναμή του; Τὸ δεύτερο φαίνεται πιθανότερο ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς διηγήσεως μας. Ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἐμπόδια στάθηκαν ἀνάμεσα στὸν τυφλὸ καὶ στὸν Μεσσία: Ἡ ἀρρώστιά του, ἡ τύφλωσή του, ὁ πολὺς κόσμος, ἡ ἱερότητα τῆς ὥρας τῆς διδασκαλίας, οἱ ἐπιπλήξεις τοῦ κόσμου γιὰ νὰ σωπάσει. Κανένα ὅμως ἀπὸ τὰ ἐμπόδια αὐτὰ δὲν ἀποδείχθηκε ἀνυπέρβλητο. Ὁ πόθος του νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, νὰ βρεῖ τὸ φῶς του, ξεπέρασε κάθε φραγμό. Ἐνῶ πολλοὶ προσπαθοῦν νὰ καταπνίξουν τὴ φωνὴ τοῦ δυστυχισμένου γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλοῦνται, ὁ Χριστὸς σταματᾶ, καλεῖ τὸν τυφλὸ κοντά του, τοῦ δίνει τὸ φῶς ἐπαινώντας τὴν πίστη του. Ὁ Χριστός ἀποκαλύπτει τό Θεό καί τή βασιλεία του μέ συναρπαστικούς λόγους καί ὡραῖες παραβολές. Συνάμα ὅμως δείχνει καί ἔμπρακτα τή δύναμη τῆς βασιλείας, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τό ἐνδιαφέρον του γιά τούς ἀνθρώπους. Ἕνας Θεός μέ ὑψηλές καί βαθιές διδασκαλίες ἀλλά χωρίς ἀγάπη γιά τήν ἀνθρώπινη δυστυχία δέν θά προκαλοῦσε κανένα ἐνδιαφέρον. Ὁ Θεός ὅμως πού φανερώνει στόν κόσμο ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀγάπης μέ κατ΄ ἐξοχήν ἐκδήλωσή της τό σταυρό καί τή θυσία. Δύο σημεῖα προκαλοῦν ἰδιαίτερα τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐ-αγγελικό ἀνάγνωσμα: Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἡ πίστη καὶ ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ ποὺ ξεπέρασε κάθε ἐμπόδιο γιὰ νὰ φτάσει στὴν ποθητὴ συνάντηση, κι ἀ-πὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ προτεραιότητα ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὸ ἔλεος στα-ματώντας τὴ διδασκαλία. Ἡ Ὀρθοδοξία χωρὶς ὀρθὴ πράξη εἶναι νεκρή, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο στὸν καλοδιάθετο ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ συναντήσει τὸν Χριστό.   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
  Εἶναι συμπαθὴς ἡ περίπτωση τοῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα ποὺ ἔχοντας τηρήσει ἀπὸ τὴ νεότητά του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ρωτάει τὸν Ἰησοῦ, τί τοῦ μένει ἀκόμη νὰ κάνει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Χριστός, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τί κρατᾶ συνήθως τὸν ἄνθρωπο γερὰ δεμένο στὴ γῆ, τοῦ ἀπαντᾶ: « Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, πούλησε τά ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς· ἔτσι θὰ ἔχεις θησαυροὺς στὸν οὐρανό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις στὸ δύσκολο δρόμο τοῦ σταυροῦ». Δὲν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ἰουδαῖος αὐτὸς ἄρχοντας ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον τηροῦσε τὸ Νόμο κι εἶχε μέσα του τὴν ἐπιθυμία τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ Νόμος ὅμως τῆς Π. Διαθήκης καταλήγει, ὁλοκληρώνεται καὶ κορυφώνεται στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Κι ἡ ἀπαίτηση αὐτὴ δὲν συνίσταται μόνο στὴν τήρηση τῶν βασικῶν ἐντολῶν ἀλλὰ στὴν πλήρη ἀποδέσμευση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπὸ ὅ,τι τὸν κρατᾶ κολλημένο στὸ χῶμα ἀφ’ ἑνὸς καὶ στὸ ὁλοκληρωτικὸ δέσιμό του στὸ Θεό, ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ στάση τοῦ πλούσιου αὐτοῦ Ἰουδαίου ποὺ λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔφυγε μὴ μπορώντας νὰ τὴν ἀκολουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο εἶναι νὰ δοθεῖ κανεὶς ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Κι ἀκόμη μαρτυρεῖ πόσο εὔκολο εἶναι νὰ δημιουργεῖ μιὰ ψεύτικη ἱκανοποίηση μέσα στὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, ἱκανοποίηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν τήρηση ὁρισμένων, ἔστω βασικῶν ἐντολῶν.Ὁ Κύριος δὲν κατηγορεῖ τὸν εὐσεβῆ συνομιλητή του γιὰ ὅ,τι ἔκανε, ἀλλὰ γιὰ ὅ,τι παρέλειψε νὰ κάνει· δὲν τὸν κατακρίνει γιὰ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ γιατί βλέπει ὅτι αὐτὲς δὲν ἐντάσσονται στὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμό του στὸ Θεὸ κι εἶναι μεμονωμένες ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του, ἄν καὶ- κατὰ πάντα- σωστὲς καὶ ἀξιέπαινες. Στὴν περικοπὴ μᾶς ὑπογραμμίζονται τρεῖς κυρίως ἀλήθειες: Ὁ Θεός, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔχει ἀπόλυτη ἀπαίτηση ἀπ’ ὅλους, χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ μονόπλευρες ἐκδηλώσεις· ζητάει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο κι ὄχι μόνο μερικὲς θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις, μερικὲς ἀρετές του, μερικὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν του.Ἐκεῖνο ποὺ ἐμποδίζει τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσκόλληση στά ἐπίγεια. Αὐτὸ ὅμως ποὺ φαίνεται δύσκολο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι δηλ. ὄχι μερικὰ ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένος στὸ Θεό, γίνεται εὔκολο μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ βίωση καὶ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς χάρης μέσα στὴν Ἐκκλησία, «τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό».   ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ὅ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού προχθές γιορτάσαμε τή μνήμη του, λέει: «Οὐ τὰ ἀλλότρια ἁρπάζειν μόνον, ἀλλά καὶ τὰ ἑαυτῶν μὴ μεταδιδόναι ἑτέροις καὶ τοῦτο ἁρπαγή καὶ πλεονεξία καὶ ἀποστέρησίς ἐστιν». Ὁ Χριστός σήμερα ἀφηγεῖται τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ ἀγαθά, ἀσφαλισμένα ὅλα σὲ κατάμεστες ἀποθῆκες. Ὅταν ἦλθαν οἱ ὑπεράφθονοι καρποὶ τῆς νέας συγκομιδῆς δὲ χωροῦσαν σ' αὐτές. Τότε προβληματίσθηκε, ἀναστατώθηκε καὶ γεμάτος ἀνη- συχία καὶ ἀγωνία ρωτοῦσε τὸν ἑαυτό του: «Τί θὰ κάνω; Ποῦ θὰ βάλω τοὺς καρπούς μου;». Ἔχασε τὴν εἰρήνη του, διότι ἡ ὑπερβολικὴ αὔξηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν προκαλεῖ αὔξηση φροντίδων, ἀνησυχίες καὶ ἀυπνίες. Ἡ λύση ποὺ σκέφθηκε δὲν ἦταν ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἰδανική. Μαρτυροῦσε ἄνθρωπο ἀτομιστὴ καὶ πλεονέκτη, ποὺ τὸν ἐξέθετε στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δυστυχὴς κλείσθηκε στὸ «καβούκι» τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ δὲν ἄφησε οὔτε τὴ σκέψη του νὰ στραφεῖ στοὺς γύρω του. Γι' αὐτόν δὲν ὑπήρχαν φτωχοὶ καὶ ὀρφανά, ἀσθενεῖς, ἀνήμποροι, γέροντες μὲ ἀνέχεια καὶ ἐγκαταλελειμμένοι. Δὲν σκέφθηκε ὅτι «τὰ ἀποκτήματά μας τότε κυρίως γίνονται δικά μας, ὅταν δὲν τὰ κρατᾶμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλά τὰ προσφέρουμε στοὺς φτωχοὺς». Γιὰ τὸν ἄφρονα πλούσιο τῆς παραβολῆς δὲν ὑπῆρχε ψυχή. Παραδεχόταν μόνο τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ τίποτε ἄλλο. Σύνθημά του ἦταν: «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν». Δὲν θυμήθηκε ὅτι «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἄλλα τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Δὲν σκεπτόταν ὅτι μετὰ τὴν τελικὴ κρίση ἄρχιζει γιὰ ὅλους τους ἄνθρωπους ἡ αἰωνιότητα, παράδεισος ἤ κόλαση. Εἶχε ἐντάξει τὸν ἑαυτό του στοὺς «τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες, τῶν ὁποίων Θεὸς εἶναι ἡ κοιλία». Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔπαθε τέτοια σύγχυση, ποὺ ξέχασε ὅτι «τὸ φαγητὸ εἶναι μέσο συντηρήσεως καὶ ὄχι σκοπὸς τῆς ζωῆς». Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στηρίζουν τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐτυχία τους στὴν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ἀπόκτηση περισσοτέρων, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ἕνα καλύτερο «αὔριο». Ὁ ἄφρων πλούσιος στήριξε στὰ ὑλικά ἀγαθά ἀκόμη καὶ τὴν μακροβιότητα τῆς ζωῆς του. Ἡ ἐπιλογή του ἦταν ἀτυχής, τόν ἄφησε ἀκάλυπτο καί ἀβοήθητο. Τὸ πάθημα τοῦ ἄφρονα πλουσίου ἀξίζει νὰ μᾶς προβληματίσει, ὥστε στὴν πορεία τῆς ζωῆς νὰ σκεπτόμαστε σφαιρικὰ καὶ σοβαρά. Νὰ παίρνουμε σωστὲς ἀποφάσεις, γιατί κάποια λάθη μας κάποτε ἀκριβοπληρώνονται.     ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  
Κύριε «Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου στὸ ἐρώτημα τοῦ νομομαθῆ Ἰουδαίου, «ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται» δὲν ἐνδιέφερε μόνο ἐκεῖνον. Ἐνδιαφέρει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δὲν ἀρκεῖ βέβαια ὁποιαδήποτε γνώση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ εἶναι σωστὴ καὶ πλήρης. Τὸ στηρίζει καὶ ἡ δήλωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «δὲν ἦλθε νὰ καταργήσει τὸ μωσαϊκὸ νόμο καὶ ὅσα προανήγγειλαν οἱ Προφῆτες, ἄλλα νὰ τὰ συμπληρώσει». Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐκφράζει τὸ θέλημά Του καὶ εἶναι ὁδηγός, χρήσιμος καὶ ἀναγκαῖος στὸν ἄνθρωπο. Καθορίζει τὸν τρόπο τῆς ἐπίγειας πορείας καὶ ἀναστροφῆς του. Ρυθμίζει τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὑπαγορεύει τὸ χρέος καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς Ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ πρὸς τὸν πλησίον. Βοηθάει νὰ γνωρίσουμε τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τί εἶναι ἀρετή καὶ τί εἶναι ἁμαρτία. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τοὺς δόθηκε ὡς γραπτὸς ἤ δὲν τὸν πληροφορήθηκαν, ἔχουν «γραμμένο μέσα τους, στὶς καρδιές τους, τὸ νόμο, τὸν ὅποιο μαρτυρεῖ ἡ συνείδησή τους». Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει θέση ἑνὸς σπουδαίου ἐνθυμίου ἡ κειμηλίου. Δόθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ δαιδαλώδη πορεία του στὴν ἐπίγεια ζωή. Εἶναι ἡ πυξίδα ποὺ ὀφείλει νὰ συμβουλεύεται πάντοτε, ἐφόσον θέλει τὴν προστασία, τὴ βοήθεια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καλεῖται νὰ ἀκολουθεῖ θεληματικὰ τὰ μηνύματά του καὶ μάλιστα μὲ ἀκρίβεια καὶ μὲ συνέπεια. Ὅσοι πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ θέλουν οὐσιαστικὴ σχέση μαζί Του, ἔχουν ὑποχρέωση νὰ ἐφαρμόζουν πάντοτε τὸ νόμο, τὸ θέλημά Του. Γιὰ τὴ σημασία τῆς ἐφαρμογῆς αὐτή μᾶς διαβεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ὃς ἂν ποιήση καὶ διδάξη, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».Ὁ Θεὸς δὲν βραβεύει τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἐγώ μας, ἀλλὰ ἐμπνέει καὶ ζητεῖ ἀπὸ ὅλους οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν πλησίον. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἔμπρακτη προσφορὰ τῆς ἀγάπης. Τὸ μήνυμα αὐτὸ θέλησε νὰ δώσει ὁ Κύριος στὸν προβληματισμένο νομικὸ μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Ὁ Κύριος στὴ διδασκαλία Του ἀναφέρθηκε στὴ δεύτερη ἐντολὴ τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Πλησίον μας εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀνεξάρτητα ἀν ζεῖ κοντά μας ἤ μακρυά Πρόσφερε ὅμως ἀμέσως ὁ Χριστός τὸ στοιχεῖο τοῦ τελειότερου τύπου τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης μὲ τὴν προσθήκη: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισούσιν ὑμᾶς».   ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Warning: count(): Parameter must be an array or an object that implements Countable in /home2/immaroni/public_html/templates/shaper_newsplus/html/com_k2/templates/default/user.php on line 255